Κατά τη διάρκεια της τρέχουσας πανδημίας (αλλά πλέον και μετά από αυτήν) φάνηκε ότι οι πολίτες δεν διαθέτουν πια το μέχρι χθες αυταπόδεικτο δικαίωμα στην υγεία και γι’ αυτό είναι νομικά υποχρεωμένοι να φροντίζουν με κάθε τρόπο για τη δημόσια υγεία και έτσι να συμβάλλουν στη συνολική «βιοασφάλεια», δηλαδή να πειθαρχούν σε μια σειρά από μέτρα και νέες βιοϊατρικές πρακτικές που υποτίθεται ότι διασφαλίζουν την προστασία των ανθρώπινων κοινωνιών από κάθε βιολογική απειλή.
Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε σήμερα, η βιοασφάλεια επινοήθηκε για να προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας μέσω τεχνητής υγειονομικής θωράκισης, που το μόνο που επιτυγχάνει είναι να χάνουν οι άνθρωποι προοδευτικά τον ανθρώπινο βίο τους, επενδύοντας αποκλειστικά στη βιοϊατρική διασφάλιση της επιβίωσής τους. Αραγε, οι πιο πρόσφατες πρακτικές προστασίας της δημόσιας και της ατομικής υγείας, που υιοθετήθηκαν για την καταπολέμηση του νέου κορονοϊού, δικαιώνουν το όραμα της καθολικής «βιοασφάλειας»;
Οταν η «υγεία» μάς επιβάλλεται ως βιοπολιτική επιταγή

Από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαΐου πάνω από το μισό του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού υποχρεώθηκε να παραμείνει σε κατ’ οίκον περιορισμό για να περιοριστεί η διάδοση του νέου κορονοϊού. Δεν είναι βέβαια ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που κάποιοι πληθυσμοί αναγκάζονται να ζήσουν σε απομόνωση για να προστατευτούν από μια θανατηφόρο επιδημία.
Το πρωτοφανές με την τρέχουσα πανδημία Covid-19 είναι η ταχύτατη πλανητική εξάπλωσή της καθώς και το ότι τέθηκαν, σχεδόν ταυτοχρόνως, σε καραντίνα περίπου 3,9 δισεκατομμύρια άνθρωποι. Γεγονός που αυτομάτως καθιστά αυτήν την πανδημία ένα πρωτόγνωρο ψυχολογικό και ανθρωπολογικό πείραμα.
Πρόκειται όντως για ένα εντελώς νέο ιστορικό γεγονός, οι ατομικές-ψυχολογικές και οι συλλογικές-κοινωνικές συνέπειες του οποίου δεν έχουν ακόμη μελετηθεί, μολονότι επηρέασαν και επηρεάζουν σχεδόν τους πάντες. Η ανατροπή της καθημερινής κοινωνικής ζωής τόσων ανθρώπων, χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης, δημιουργεί αναμφίβολα φόβο, αγωνία, καταθλιπτικά σύνδρομα και άλλα μακροχρόνια τραύματα που δεν είναι ακόμη ορατά.
Στην πιο πρόσφατη ιστορία, ανάλογα αλλά τοπικά φαινόμενα κοινωνικής απομόνωσης λόγω μιας ιογενούς επιδημίας έχουν μελετηθεί στην περίπτωση του κορονοϊού SARS στην Κίνα και στον Καναδά, καθώς και της επιδημίας του ιού Ebola σε ορισμένες χώρες της Αφρικής. Επίσης, οι ψυχολογικές συνέπειες της απομόνωσης των ανθρώπων σε πολύ ακραίες συνθήκες έχουν μελετηθεί στις περιπτώσεις των αστροναυτών που ταξίδευσαν εκτός της Γης.
Η περίπτωση των αστροναυτών, όμως, αν και είναι πολύ ακραία, εντούτοις είναι μια συνειδητή και ελεύθερη επιλογή, μια λεπτομερώς προετοιμασμένη εμπειρία απομόνωσης, της οποίας οι συνέπειες και η ημερομηνία λήξης είναι εκ των προτέρων γνωστές· εντούτοις οι αστροναύτες τη βιώνουν τραυματικά.
Ποια είναι η στάση των τρομοκρατημένων από τον νέο κορονοϊό ανθρώπων απέναντι στην «υγειονομική» ανάγκη για ριζική ανατροπή των καθημερινών δραστηριοτήτων τους και την –επ’ αόριστον– αναβολή της ικανοποίησης κάποιων βασικών βιολογικών και κοινωνικών αναγκών τους; Ορισμένοι δεν βλέπουν την ώρα να επιστρέψουν στην προ του κορονοϊού κανονική ζωή τους, ενώ οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν με ανάμικτα συναισθήματα φόβου, αγωνίας ή και πανικού την προοπτική της επιστροφής στην προηγούμενη ζωή τους όσο ο κορονοϊός κυκλοφορεί ελεύθερα.
Ωστόσο, το να αποφεύγουμε τη συντροφιά και τη σωματική επαφή με τα φιλικά και αγαπητά μας πρόσωπα, το να μην ανταλλάσσουμε ποτέ χειραψίες και φιλιά μαζί τους αντιβαίνει στη φυσική μας προδιάθεση ως κοινωνικών ζώων, ενώ η παρατεταμένη στέρηση των σωματικών επαφών και των στενών σχέσεων με τους άλλους θεωρείται βέβαιο ότι αποτελεί ένα από τα βασικά αίτια ψυχοσωματικής διαταραχής και δυστυχίας για τους περισσότερους ανθρώπους.
Κοινωνική απομόνωση για λόγους… υγείας

Πράγματι, από πολυάριθμες ψυχολογικές μελέτες –τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας– επιβεβαιώνεται ότι η παρατεταμένη κοινωνική απομόνωση και η υποχρεωτική μοναξιά αποτελούν τα πιο συνήθη προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, τα οποία εκδηλώνονται με τα επίμονα αισθήματα άγχους, έντονης δυσφορίας και κατάθλιψης που επιβαρύνουν την ψυχοσωματική του υγεία.
Αν σε αυτά τα ήδη υπαρκτά και πολύ διαδεδομένα στις σύγχρονες κοινωνίες ψυχολογικά προβλήματα προσθέσει κανείς αφενός τη διαρκή και πανταχού παρούσα απειλή της λοίμωξης από τον νέο κορονοϊό και αφετέρου τις οικονομικές-εργασιακές επιπτώσεις από την παρατεταμένη καραντίνα, τότε τα συναισθήματα της έντονης ανησυχίας, του άγχους και της διαρκούς ανασφάλειας επιτείνονται και επιδρούν καταστροφικά στην υγεία και στο προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων, ειδικά όσων ανήκουν στις πιο ευπαθείς ομάδες (ηλικιωμένοι, ασθενείς).
Είναι μια ανυπόφορη κατάσταση χρόνιου άγχους που, παρά τη μείωση των κρουσμάτων και της θνητότητας από την πανδημία, δημιουργεί στα υποχονδριακά άτομα μια παρανοϊκή αντίδραση μόνιμης καταστολής της διάθεσής τους να βγουν από το σπίτι, να επιστρέψουν στην εργασία και να συναντηθούν με φιλικά πρόσωπα, τα οποία αυτομάτως κατατάσσονται στους απειλητικούς «φορείς» της μετάδοσης του κορονοϊού.
Ετσι, όμως, οι διανθρώπινες σχέσεις διαμορφώνονται και ρυθμίζονται από την κουλτούρα της «καθολικής υποψίας». Η οποία, ως γνωστόν, μέσω των ασφυκτικών και άρα αφύσικων κανόνων που επιβάλλει, μόνο απάνθρωπες και απανθρωποιητικές σχέσεις δημιουργεί.
Τυπικό παράδειγμα είναι οι νέες ασώματες –δηλαδή οι αποκλειστικά εικονικές, διαδυκτιακές– επαφές και σχέσεις, που κατά την τελευταία πανδημία διπλασιάστηκαν επειδή προσέφεραν ένα ασφαλές υποκατάστατο των πραγματικών αλλά δυνητικά μολυσματικών σχέσεων μεταξύ των αποκλεισμένων στα σπίτια τους ανθρώπων.
Μια πρόσκαιρη ίσως «λύση» για την ικανοποίηση της εγγενούς ανάγκης μας για επικοινωνία και κοινωνική επαφή, η οποία όμως, μακροπρόθεσμα, μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα –και ειδικά στους νεότερους ηλικιακά χρήστες του διαδικτύου–, όπως σύγχυση του πραγματικού με το εικονικό και σταδιακή υποβάθμιση της ζωτικής τους ανάγκης για ενσώματες σχέσεις και για πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία. Ετσι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, μετά το πέρασμα της πανδημίας, πολλοί άνθρωποι να «επιλέξουν» να παραμείνουν απομονωμένοι στα σπίτια τους, «ζώντας» αποκλειστικά στην καθησυχαστική αλλά εικονική πραγματικότητα που τους προσφέρει το διαδίκτυο.
Η «υγιεινή ζωή» ως τρομοκρατία

Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τις καθημερινές εξαγγελίες των κυβερνήσεων, τις τρομοκρατικές προβλέψεις και τους σχεδιασμούς των διεθνών οικονομικών οργανισμών για τα επόμενα χρόνια, για να συνειδητοποιήσει ότι το διακύβευμα, σήμερα, δεν είναι η σωτηρία των ανθρώπων από τον κορονοϊό αλλά η ολοκληρωτική βιοπολιτική διαχείριση, μέσω επαναλαμβανόμενων υγειονομικών κρίσεων, όχι μόνο της σωματικής υγείας αλλά και της κοινωνικοοικονομικής και της ψυχολογικής ζωής της υπερπληθούς ανθρώπινης βιομάζας.
Μια καινοφανής πλανητική υγιεινή που δημιουργεί ακραία και ήδη ορατά κοινωνικά, οικονομικά και ανθρωπιστικά προβλήματα, για τα οποία κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα είναι λιγότερο καταστροφικά για τη ζωή των ανθρώπων από την τρέχουσα πανδημία του κορονοϊού. Διότι βέβαια θα πρέπει να είναι πλέον σαφές ότι η τρέχουσα καταστροφή που αντιμετωπίζουμε δεν είναι αμιγώς ιογενής, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό… ανθρωπογενής.
Ετσι, κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και μετά από αυτήν, οι πολίτες δεν έχουν πια αυτομάτως και αυτοδικαίως δικαίωμα στην υγεία (health safety), αλλά είναι και από τον νόμο υποχρεωμένοι να φροντίζουν για τη δημόσια υγεία και με κάθε τρόπο να υπηρετούν τη «βιοασφάλεια» (biosecurity). Με τον όρο βιοασφάλεια περιγράφονται μια σειρά από νέα μέτρα και βιοϊατρικές πρακτικές που υποτίθεται ότι διασφαλίζουν την προστασία των κοινωνιών από κάθε μολυσματικό παράγοντα και από κάθε βιολογική απειλή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων μαζικών τρομοκρατικών στρατηγικών «βιοασφάλειας» είναι η πρόσφατη πλανητική καραντίνα, η οποία μετέτρεψε το δικαίωμα στην υγεία κάθε ατόμου σε υποχρέωσή του να προστατεύει τον εαυτό του και τους άλλους από την απειλή της λοίμωξης (βλ. και σχετικό Πλαίσιο).
Περιττό να επαναλάβουμε ότι οι ακραίες υγειονομικές πρακτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα, στο όνομα της βιοασφάλειας, δεν στηρίχτηκαν στην αυστηρή επιστημονική γνώση και έρευνα, αλλά στην ευρέως διαδεδομένη προπαγάνδα του «πολέμου» κατά ενός αόρατου εχθρού (ο νέος ιός), η οποία συνοψίζεται πολύ αποτελεσματικά στα τρομοκρατικά συνθήματα «Μένουμε σπίτι» της πρώτης φάσης και «Μένουμε ασφαλείς» της δεύτερης φάσης της πανδημίας, που προβάλλονται καθημερινά από τα ΜΜΕ.
Απέναντι στις νέες βιοπολιτικές πρακτικές της ατομικής ενοχοποίησης και, ταυτοχρόνως, της μαζικής περιθωριοποίησης των πιο «επικίνδυνων» ανθρώπινων ομάδων, πρακτικές που έγιναν μαζικά αποδεκτές επειδή υποτίθεται ότι εγγυώνται την ασφάλεια και την προστασία των ανθρώπων, οφείλουμε να αντιτάξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας στα θύματα της Covid-19 και, με κάθε τρόπο, να αντισταθούμε στην εμφανή προσπάθεια απανθρωποποίησης της ζωής μας, που επιχειρείται στο όνομα μιας ανέφικτης βιοασφάλειας.
