Όσο περισσότερο ζουν οι γονείς, τόσο περισσότερο μπορούν να ελπίζουν ότι θα ζήσουν και τα παιδιά τους, καθώς επίσης να παραμείνουν υγιή σε μεγάλη ηλικία, κινδυνεύοντας λιγότερο από εκδήλωση καρκίνου και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Το παραπάνω είναι το συμπέρασμα μίας μεγάλης μελέτης (δείγμα: 186.000 άτομα, ηλικίας 55 έως 73 ετών) που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «American College of Cardiology» του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας.
Όπως διαπιστώθηκε, όσοι είχαν γονείς που είχαν ζήσει περισσότερο, εμφάνιζαν λιγότερα προβλήματα καρδιοπάθειας, είχαν λιγότερα εμφράγματα και εγκεφαλικά, λιγότερη υπέρταση και λιγότερη χοληστερόλη.
Ο κίνδυνος θανάτου ενός ανθρώπου από καρδιά ήταν 20% μικρότερος για κάθε δεκαετία που τουλάχιστον ο ένας γονέας του είχε ζήσει πέρα από την ηλικία των 70 ετών. Αντίστοιχα, ο κίνδυνος για το παιδί ήταν 16% μικρότερος να πεθάνει πρόωρα από οποιαδήποτε αιτία, αν οι γονείς του πέρασαν τα 70.
Επιπλέον, όσοι είχαν μακρόβιους γονείς, εμφάνιζαν κατά μέσο όρο 7% μειωμένο κίνδυνο καρκίνου, ενώ είχαν και λιγότερους γενετικούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, παχυσαρκία, υψηλή χοληστερόλη κ.ά.
Είναι γνωστό ότι παράγοντες όπως το κάπνισμα, το πολύ αλκοόλ, η έλλειψη σωματικής άσκησης και η παχυσαρκία παίζουν ρόλο στο προσδόκιμο ζωής. Η εν λόγω μελέτη συμπέρανε πως και η διάρκεια ζωής των γονιών κάποιου παίζει ρόλο στο πόσο θα ζήσει και πόσο υγιής θα είναι. Επίσης, κατέγραψε ότι η αυξημένη διάρκεια ζωής των γονιών συνδέεται με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, υψηλότερο εισόδημα, περισσότερη σωματική άσκηση, μικρότερη παχυσαρκία και λιγότερο κάπνισμα.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
