Φανταστείτε όλες τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες που βρίσκονται αποθηκευμένες στη μνήμη ενός παλιού υπολογιστή ή ενός κινητού που δεν λειτουργούν πια: αυτές οι ψηφιακές πληροφορίες εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σε αυτά τα υπολογιστικά συστήματα, αλλά δεν μπορούμε πια να τις ανακτήσουμε επειδή δεν υπάρχουν τα κατάλληλα προγράμματα και, επομένως, όλα αυτά τα δεδομένα έχουν χαθεί για τους χρήστες.
Σκεφτείτε, τώρα, τον πλανητικό, τον διαδικτυακό ιστό και τις τρισεκατομμύρια ψηφιακές πληροφορίες που υπάρχουν κωδικευμένες μέσα σε αυτόν, οι οποίες θα εξακολουθήσουν να συσσωρεύονται με εκθετικούς ρυθμούς. Πληροφορίες που θα ήταν άχρηστες και καταδικασμένες να χαθούν για πάντα, αν δεν υπήρχαν οι ενημερωμένοι αλγόριθμοι, δηλαδή τα κατάλληλα υπολογιστικά προγράμματα για την αποθήκευση, την ταξινόμηση και την ανάσυρσή τους.
Μέχρι το 1998, η καταγραφή, η ταξινόμηση και η ανάκτηση των πληροφοριών από το διαδίκτυο είχε ανατεθεί σε ειδικούς, οι οποίοι δημιουργούσαν ειδικούς αλγορίθμους, δηλαδή ατελείωτες λίστες δεδομένων για κάθε λήμμα. Αυτό άλλαξε οριστικά όταν η Google, μετά το 1988, υιοθέτησε ένα νέο σύστημα ταξινόμησης, αναζήτησης και ανάκτησης διαδικτυακών πληροφοριών. Σε αντίθεση με τις κλασικές μηχανές αναζήτησης, όπως η Alta Vista, η Google αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τους διαδικτυακούς συνδέσμους (links) που δημιουργούν οι χρήστες του διαδικτύου για να ταξινομεί και να αποθηκεύει τις πληροφορίες στις σχετικές ιστοσελίδες.
Με άλλα λόγια, «έλυσε» το πρόβλημα της νέας και διαρκώς διογκούμενης πληροφοριακής Βαβέλ, δημιουργώντας αλγορίθμους που είναι προγραμματισμένοι να αυτο-βελτιώνονται αυτομάτως, βασιζόμενοι όχι στις ταξινομήσεις των ειδικών σε κάθε τομέα, αλλά στη συχνότητα εμφάνισης των συνδέσμων (links) για το κάθε λήμμα. Αυτό το ταξινομικό σύστημα αποδείχτηκε το πλέον αποδοτικό και δεν έπαψε να βελτιώνεται προσθέτοντας στους αλγορίθμους αναζήτησης νέες παραμέτρους αξιολόγησης των πληροφοριών – και μέχρι σήμερα υπάρχουν πάνω από 200 διαφορετικές παράμετροι! Πρόκειται, ωστόσο, για ένα απλοϊκό σύστημα αξιολόγησης των πληροφοριών, που δημιουργεί πολύ σοβαρά λειτουργικά προβλήματα.
Η σωτηρία της κοινής ψηφιακής κληρονομιάς
Αναζητώντας ένα εναλλακτικό μοντέλο διαχείρισης, δηλαδή αρχειοθέτησης και πρόσβασης στην παραγόμενη ψηφιακή πληροφορία, δημιούργησαν την πρωτοβουλία «Software Heritage», δηλαδή το πρόγραμμα διάσωσης της Λογισμικής Κληρονομιάς. Πρόκειται για μία μη κερδοσκοπική πρωτοβουλία για μία «ψηφιακή κιβωτό του Νώε» που προσβλέπει αφενός στη διάσωση και αφετέρου στην ελεύθερη πρόσβαση όλων στους υπάρχοντες λογισμικούς κώδικες αποθήκευσης και διαχείρισης των πλανητικά παραγόμενων ψηφιακών πληροφοριών.
Μια ιδιαίτερα φιλόδοξη προσπάθεια, που πρότεινε το 2016 ο κορυφαίος Ιταλός πληροφοριακός επιστήμονας Roberto Di Cosmo, καθηγητής στο γαλλικό Πανεπιστήμιο Paris Cité και, έκτοτε, διευθυντής του διεθνούς προγράμματος «Software Heritage». Στη δημιουργία αυτού του πλανητικού αρχείου λογισμικής μνήμης συμμετέχουν πλέον πολλές ερευνητικές ομάδες από όλο τον κόσμο, καθώς και πολυεθνικές εταιρείες πληροφορικής, όπως η Microsoft, η Intel, η Google και η GitHub.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολύχρονης προσπάθειας είναι η δημιουργία ενός πλανητικού αρχείου λογισμικών που περιλαμβάνει περισσότερα από 290 εκατομμύρια προγράμματα. «Είναι σαν να διαθέτουμε ένα ισχυρότατο τηλεσκόπιο με το οποίο μπορούμε να παρακολουθούμε τον γαλαξία των λογισμικών και το οποίο επιτρέπει σε όλους να παρακολουθούν λεπτομερώς το πώς διαμορφώνονται, πώς υλοποιούνται και πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον αυτά τα λογισμικά», δήλωσε ο Roberto Di Cosmo
