Οι πρώτοι απολιθωμένοι σκελετοί από ανθρώπους του Νεάντερταλ (Homo Neanderthalensis) ανακαλύφθηκαν, το 1856, στη Γερμανία, στην κοιλάδα Νεάντερ.
Μετέπειτα παλαιοντολογικές έρευνες αποκάλυψαν ότι στην ιστορία του ανθρώπινου γένους οι Νεαντερτάλιοι είναι οι πιο στενοί εξελικτικά συγγενείς μας, αλλά εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς πριν από περίπου 30.000 χρόνια. Μέχρι την εξαφάνισή τους, όμως, οι Νεαντερτάλιοι συνυπήρξαν για πάνω από 14 χιλιάδες χρόνια στην Ευρώπη και τη Δυτική Ασία με τους νεόφερτους από την Αφρική εκπροσώπους του είδους μας, τους υποτίθεται πιο εξελιγμένους Homo sapiens.
Μέχρι τώρα, η επικρατέστερη παλαιοντολογικά εξήγηση για την αινιγματική εξαφάνιση των Νεάντερταλ ήταν ότι εξοντώθηκαν ή, έστω, αφομοιώθηκαν από το πιο εξελιγμένο, ευφυέστερο, ομορφότερο, κοινωνικά και τεχνολογικά ανώτερο είδος των Sapiens. Πάντως, οι μεροληπτικές και, κατά βάθος, ναρκισσιστικές προκαταλήψεις των ειδικών υπέρ του είδους μας, επιβεβαιώνονταν από τα διαθέσιμα, μέχρι σήμερα, παλαιοντολογικά ευρήματα σχετικά με τον πρωτόγονο και συγκριτικά πιο απλοϊκό τρόπο ζωής των κοινοτήτων των Νεαντερτάλιων.
Σύμφωνα, όμως, με τα αποτελέσματα μιας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο κορυφαίο περιοδικό «Plos One», η εικόνα που επικρατούσε, μέχρι σήμερα, σχετικά με την ομαδική ζωή, τις νοητικές ικανότητες και τις τεχνολογικές δεξιότητες των Νεάντερταλ θα πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά. Στο άρθρο παρουσιάζονται τα νέα, ιδιαιτέρως ανατρεπτικά ευρήματα από τις εικοσαετείς ανασκαφές στο διάσημο σπήλαιο «Gruta da Oliveira», που βρίσκεται στην κεντρική Πορτογαλία που, εδώ και χρόνια, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς παλαιοντολογικούς χώρους.
Τις έρευνες πραγματοποίησαν τρεις διάσημοι παλαιοντολόγοι, αρχαιολόγοι: ο Ζοάο Ζιλιάο (João Zilhão) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και γενικός διευθυντής των ερευνών, η Μαριάννα Ναβάις (Mariana Nabais) καθηγήτρια και διευθύντρια ερευνών στο Καταλανικό Ινστιτούτο Παλαιοντολογίας και ο Ιταλός αρχαιοτεχνολόγος Ντιέγκο Αντζελούτσι (Diego Angelucci) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Trento.
Αναλύοντας εργαστηριακά τα ευρήματα των πολυετών ανασκαφών τους, αυτοί οι ερευνητές κατέληξαν στο αναμφισβήτητο πια συμπέρασμα ότι οι Νεαντερτάλιοι ήξεραν να ανάβουν και να ελέγχουν τη φωτιά, την οποία και χρησιμοποιούσαν συστηματικά για να ετοιμάζουν την τροφή τους, για να ζεσταίνονται και να φωτίζουν το σπήλαιο τον χειμώνα, αλλά και για να διώχνουν τα επικίνδυνα ζώα που τους απειλούσαν. Μια σπουδαία ανακάλυψη που αναβαθμίζει εξελικτικά τους «κακομούτσουνους» και δήθεν «ανόητους» Νεάντερταλ, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται ένα εξελικτικά κατώτερο είδος, αλλά αντίθετα ένα ανθρώπινο υποείδος, που ήταν εξίσου ικανό (τεχνολογικά) και ισότιμο (νοητικά) με τους Sapiens.
Εντοπίζοντας και συγκρίνοντας τα απομεινάρια από διάφορες εστίες φωτιάς, καθώς και τα απομεινάρια από τα κόκαλα ζώων που υπήρχαν σε αυτές τις εστίες, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι Νεάντερταλ όχι μόνο κυνηγούσαν, αλλά έψηναν στη φωτιά τα διάφορά ζώα που έτρωγαν (κατσίκια, ελάφια, άλογα, ρινόκερους, αλλά και χελώνες), ενώ, αν ζούσαν σε σπήλαια σε παραθαλάσσιες περιοχές, τρέφονταν με διάφορα ψάρια και μαλάκια, τα οποία αφού τα ψάρευαν τα μαγείρευαν στη φωτιά!
Οι νέες αρχαιολογικές ανασκαφές στα πορτογαλικά σπήλαια εστίασαν στα γεωλογικά στρώματα ηλικίας περίπου 120 έως 40 χιλιάδες χρόνια πριν, επειδή οι Νεάντερταλ έζησαν εκεί πριν από περίπου 100 έως 70 χιλιάδες χρόνια. Από τις πολυάριθμες εστίες φωτιάς που εντοπίστηκαν σε αυτά τα γεωλογικά στρώματα στο σπήλαιο της Oliveira, καμιά δεκαριά είχαν το γνωστό κυκλικό σχήμα που έχουν οι τεχνητές εστίες φωτιάς, ενώ στο κέντρο τους υπήρχαν στάχτες από ζωικά κόκαλα αναμεμειγμένες με τη στάχτη από ξύλα. Αναλύοντας εργαστηριακά αυτά τα ευρήματα, οι ερευνητές κατάφεραν να ανασυγκροτήσουν επακριβώς τις διατροφικές συνήθειες των Νεάντερταλ, οι οποίες ήταν απρόσμενα όμοιες με αυτές των δήθεν πιο εξελιγμένων διατροφικά και κοινωνικά Sapiens.
Αναθεωρώντας τον μύθο της ανωτερότητάς μας
Αυτές οι νέες αρχαιολογικές έρευνες διαφωτίζουν από μία άλλη σκοπιά (διατροφολογική και ανθρωπολογική) τα συμπεράσματα των παλαιογονιδιακών ερευνών που πραγματοποίησαν, πάνω από δύο δεκαετίες πριν, ο Σουηδός νομπελίστας Σβάντε Πάαμπο (Svante Pääbo), διευθυντής του κέντρου μοριακής Ανθρωπολογίας στο Ινστιτούτο Max Plank της Λιψίας, και ο Αμερικανός Εντουαρντ Ρούμπιν (Edward Rubin) στην Καλιφόρνια.
Χάρη στις τεχνικές ανάλυσης του «αρχαίου DNA», αυτοί οι δύο πρωτοπόροι παλαιογενετιστές κατάφεραν να αφαιρέσουν το μιτοχονδριακό DNA από απολιθωμένα οστά Νεάντερταλ και να το συγκρίνουν με δείγματα μιτοχονδριακού DNA από ανθρώπους τύπου Κρο-Μανιόν, καθώς και με δείγματα από διάφορους πληθυσμούς σημερινών ανθρώπων. Ετσι, από αυτή τη γονιδιακή σύγκριση προέκυψε ότι: πρώτον, οι Νεάντερταλ δεν είναι πρόγονοί μας αλλά ανήκουν σε ένα πολύ συγγενές σε εμάς υποείδος Homo· δεύτερον, η διαφοροποίηση των δύο εξελικτικών σειρών, δηλαδή των Neanderthalensis και Sapiens, συνέβη στην Αφρική πριν από περίπου μισό εκατομμύριο χρόνια· και τρίτον, η οριστική διαμόρφωση του ιδιαίτερου γονιδιώματος των Νεάντερταλ θα πρέπει να έλαβε χώρα στην Αφρική πριν από περίπου 200.000 χρόνια, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη χρονολόγηση των απολιθωμάτων.
Για τη σύγχρονη ανθρωπολογική και παλαιοντολογική σκέψη θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι τόσο οι Νεάντερταλ όσο και οι Sapiens εμφανίστηκαν αμφότεροι στην Αφρική και από εκεί ξεκίνησαν με αλλεπάλληλα μεταναστευτικά ρεύματα (πρώτοι όμως οι Νεάντερταλ και μετά οι Sapiens), τον εποικισμό του πλανήτη «μας». Επομένως, οι πιο πρόσφατες παλαιοντολογικές έρευνες μας αποκαλύπτουν ότι το νεωτερικό παραμύθι της μεγάλης και γραμμικής εξελικτικής εποποιίας που οδήγησε στην κυριαρχία του πολύ εξυπνότερου σύγχρονου ανθρώπου (Homo Sapiens) θα πρέπει μάλλον να γραφτεί εξ αρχής.
