Πολλές φορές, η προσδοκία και η ελπίδα κάποιου να αδυνατίσει επισκιάζουν τις ρεαλιστικές δυσκολίες που υπάρχουν σε κάθε επιδίωξη απώλειας βάρους. Χωρίς να έχει μάθει κανείς να εξετάζει και να υπολογίζει τις αντοχές του, τις αρνήσεις του, τις γευστικές επιθυμίες του, την κόπωσή του, τις συνθήκες ζωής του, την τάση του για «αυτοκαταστροφή», παραμένει στο «θέλω» να αδυνατίσω και «πρέπει» να αδυνατίσω· όμως αυτό διαμορφώνει εντέλει και την έκβαση της προσπάθειας αδυνατίσματος (συνήθως χωρίς αποτέλεσμα που να διαρκεί), αλλά και τη διάρκεια της προσπάθειας (η παραίτηση συχνά έρχεται πολύ σύντομα).
Η αλήθεια είναι πως ο παχύσαρκος, πέρα από το τι θέλει και το τι πρέπει να κάνει, χρειάζεται απαραίτητα να σταθεί και στο εξής: «τι μπορώ και τι αντέχω να πραγματώσω». Να αναρωτιέται συστηματικά και αδιάκοπα έως ότου ανακαλύψει μέσα του τις απαντήσεις.
Δεν έχει ιδέα πόσο μοχθεί, δεν έχει επίγνωση της αδιάλειπτης διεκπεραίωσης ζητημάτων που εκτελεί καθημερινά, όπως και της παρατεταμένης έντασης και αγωνίας όπου βρίσκεται. Ο τρόπος που έχει μάθει να λειτουργεί μοιάζει σ’ αυτόν φυσιολογικός, οικείος και ασφαλής, αφού μόνο έτσι έχει μάθει να ζει.
Χρειάζεται, λοιπόν, να αντιληφθεί την πραγματικότητά του. Μία πρώτη επαφή μαζί της συμβαίνει όταν ξεκινά δίαιτα αδυνατίσματος και καλείται τότε να μαγειρεύει διαφορετικά γεύματα από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, ή πρέπει μονίμως να αντιστέκεται στους γευστικούς πειρασμούς που συναντά στον δρόμο του ή γεννιούνται στη σκέψη του. Εκεί τον βρίσκει η κούρασή του.
Είναι τόσο φορτωμένος με όλα όσα υποχρεώνει τον εαυτό του να επιτελέσει, που η εύρεση και η παρασκευή της διαιτητικής τροφής του είναι ακόμα ένας κόπος, για να ξεχειλίσει το ήδη γεμάτο ποτήρι της σωματικής κόπωσης. Ενώ ο συνεχής έλεγχος να μην «υποτροπιάσει», να μη φάει τα «απαγορευμένα», η έλλειψη δηλαδή αποφόρτισης επειδή δεν μπορεί να διαλέξει ελεύθερα τόσο τις γεύσεις όσο και την ποσότητα τροφής που επιθυμεί, εντείνει την ψυχική του κόπωση.
Θέλει, αλλά δεν μπορεί· πρέπει, αλλά δεν αντέχει. Και έτσι φτάνει σε αδιέξοδο. Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, νιώθει ανήμπορος και ανεπαρκής και ματαιώνει για άλλη μία φορά την προσπάθειά του, αφού δεν τα καταφέρνει.
Αργότερα, θα αρχίσει ξανά μία νέα προσπάθεια απώλειας βάρους, όταν θα έχει ξεχάσει ότι παλεύει να κατορθώσει το ακατόρθωτο. Και θα παραμείνει σε φαύλο κύκλο.
Ωστόσο, το ότι θέλει να αδυνατίσει δηλώνει τη φλόγα της επιθυμίας του· και το ότι πρέπει να αδυνατίσει δηλώνει τη δύναμη ανάληψης της ευθύνης του. Το λυπηρό είναι όταν λείπει αυτή η φλόγα και αυτή η δύναμη. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι τόσο μεγάλη η θλίψη, που έχει σβήσει και τη θέληση και τη δυνατότητα…
Η Κάτια, όταν ήρθε να με συναντήσει, μου δήλωσε πως δεν πίστευε ότι θα καταφέρει να αδυνατίσει. Συχνά κάνει κανείς τέτοιες δηλώσεις, που εκφράζουν φόβο και ανασφάλεια για το αν θα είναι επαρκής· με αυτή τη δυσπιστία αμύνεται, προστατεύεται από μία νέα απογοήτευση – στην περίπτωση που η προσπάθεια αποβεί άκαρπη.
Για την Κάτια, όμως, δεν ήταν θέμα έλλειψης πίστης στις δυνατότητές της ή άγνοιας άλλου τρόπου συμπεριφοράς· ήταν θέμα απουσίας θέλησης. Εμοιαζε να έχει σβήσει μέσα της η φλόγα, να υπάρχει βαθιά παραίτηση.
Δεν της άρεσαν τα λαχανικά, τα φρούτα, τα όσπρια, δεν ήθελε να περπατά και να κινείται, δεν ήθελε να προσπαθήσει να αλλάξει τίποτα. Σαν να μην την ένοιαζε τίποτα.
Δεν είχε παρά ελάχιστους φίλους, ανύπαρκτες κοινωνικές συναναστροφές, καμία διάθεση να δράσει με οποιονδήποτε τρόπο. Πολύ σύντομα της πρότεινα να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία. Δεν θα μπορούσα να τη βοηθήσω αν δεν ήθελε να βοηθηθεί…
Είναι πολύ σημαντικό να λες πάντα την αλήθεια στον άνθρωπο με διαταραχή βάρους. Να του μεταδώσεις τι βλέπεις ότι κάνει· να του δείξεις πώς έχει μάθει να λειτουργεί, για να επιλέξει αν θα παραμείνει στη δοκιμασία αδυνατίσματος ή όχι.
Αλλά συνάμα να σεβαστείς απόλυτα την επιλογή του. Οποια και να είναι. Πρέπει να μην παραβιαστεί ο τρόπος με τον οποίο αντέχει να προσπαθήσει να χάσει βάρος, και ας μην είναι επιτυχείς οι αρχικές του προσπάθειες· δηλαδή, ποτέ να μην αποδοκιμαστεί, ποτέ να μην πιεστεί, ποτέ να μην αισθανθεί άσχημα για την αναποτελεσματικότητά του. Η Κάτια είχε δικαίωμα να παραμείνει αμετακίνητη.
Ξέρετε ότι
[…] Ο Freud (1917) μίλησε για μείωση των αισθημάτων αυτοσεβασμού σαν ένα σημαντικό σύμπτωμα της κατάθλιψης.
Ο Rado (1928) πρώτος αναφέρει πως το προεξάρχον γνώρισμα της κατάθλιψης είναι η πτώση της αυτοεκτίμησης. Παρατήρησε πως αυτοί που ήταν προδιατεθειμένοι στην κατάθλιψη ήταν σχεδόν απόλυτα εξαρτημένοι από άλλους στη διατήρηση της αυτοεκτίμησής τους. Κατά τη γνώμη του, οι καταθλιπτικοί νιώθουν ασφάλεια μόνον όταν αισθάνονται ότι τους αγαπούν, εκτιμούν, υποστηρίζουν και ενθαρρύνουν.
Ο Fenichel (1946), επίσης, αντιλαμβάνεται την κατάθλιψη σαν μια κατάρρευση της αυτοεκτίμησης. Το άτομο που είναι προδιατεθειμένο στην κατάθλιψη είναι αυτό του οποίου η αυτοεκτίμηση ρυθμίζεται από εξωτερικά ναρκισσιστικά εφόδια. «Πορεύεται διαμέσου αυτού του κόσμου σε μια κατάσταση συνεχούς απληστίας» […].
*Σύμβουλος διατροφής
