ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σε νηπιακή κατάσταση βρίσκονται τόσο οι δομές δημόσιας υγείας όσο και η γνώση των επαγγελματιών υγείας που ασχολούνται με περιπτώσεις κακοποιημένων γυναικών. Παρά την κατά καιρούς επίδειξη «ευαισθησίας», παρά τα παχιά λόγια, γεγονός αναντίρρητο είναι οι «συστημικοί περιορισμοί και οι αδυναμίες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, με υποστελέχωση των υπηρεσιών υγείας και απουσία κατάλληλων ιδιωτικών χώρων στα τμήματα επειγόντων περιστατικών».
Αν και, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στη χώρα μας το 42% των γυναικών βίωσε τουλάχιστον ένα περιστατικό ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας από νυν ή πρώην σύντροφο, η μέθοδος διαχείρισης αυτών των περιπτώσεων είναι αποκαρδιωτική και το συμπέρασμα αναδείχτηκε ανάγλυφα στο πλαίσιο του έργου CARE POWER, που έχει στόχο την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας μέσω των δράσεων δικτύωσης φορέων στήριξης επιζωσών ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας κατά των γυναικών!
Το συμπέρασμα διατυπώνεται με ευθύτητα και δεν χωρά παρερμηνείες: είναι «επιτακτική η ενδυνάμωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας για την έγκαιρη ανίχνευση και διαχείριση των περιστατικών κατά των γυναικών». Το έργο CARE POWER υλοποιείται από την Εταιρεία Ερευνας Εκπαίδευσης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και Κλινικών Δεξιοτήτων, με έδρα το Εργαστήριο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Γενικής Ιατρικής και Ερευνας Υπηρεσιών Υγείας του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ (υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Εμμανουήλ Σμυρνάκη), στο πλαίσιο του προγράμματος PREVENT-Preventing gender-based violence and violence against children, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση (CERV), το Ιδρυμα Μποδοσάκη και το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ, με συνολικό προϋπολογισμό 2,3 εκατ. ευρώ (https://arecs.org.gr/index.php/education/actions/care-power).
Οι συντελεστές του έργου στα συμπεράσματά τους είναι σαφείς: υφίστανται «σημαντικές ελλείψεις και δομικά κενά που υπονομεύουν την αποτελεσματική ανίχνευση και διαχείριση των περιστατικών ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας κατά των γυναικών», αφού διαπιστώνεται ότι απουσιάζουν «πρωτόκολλα και κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη, ανίχνευση και κατάλληλη διαχείριση περιπτώσεων βίας», είναι «ελλιπής ο συντονισμός και η συνεργασία εντός και μεταξύ των υπηρεσιών» (δομών υγείας, αστυνομίας και άλλων υπηρεσιών στήριξης), το ΕΣΥ είναι «υποστελεχωμένο και απουσιάζουν οι ιδιωτικοί χώροι στα ΤΕΠ», δεν υφίσταται «θεσμοθετημένη εκπαίδευση σε προπτυχιακό επίπεδο ή σε στάδιο συνεχούς κατάρτισης», υπάρχει «νομική σύγχυση σχετικά με την υποχρεωτικότητα της καταγγελίας (ιδίως όταν δεν υπάρχει συναίνεση της επιζώσας) και φόβος για τον κίνδυνο αντιποίνων από τους δράστες (ειδικά σε μικρές και κλειστές κοινωνίες)». Και δυστυχώς υπάρχουν «εμπόδια στη στήριξη γυναικών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και στη διαχείριση περιστατικών όπου ως δράστες εμπλέκονται μέλη των σωμάτων ασφαλείας»!
Ελλείψεις και κενά
Μιλώντας στην «Εφ.Συν.» η Ευαγγελία Σαββίδου, ιατρός, ακαδημαϊκή συνεργάτιδα στο Εργαστήριο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του ΑΠΘ, σημειώνει ότι «είμαστε σε πρώιμο επίπεδο στο ΕΣΥ στη διάγνωση και αντιμετώπιση περιστατικών βίας κατά των γυναικών. Οι επαγγελματίες υγείας, αν και είναι συχνά το πρώτο και ίσως μοναδικό σημείο με το οποίο έρχονται σε επαφή οι γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία, παρά την καλή τους θέληση, δεν έχουν επαρκή εκπαίδευση που θα τους επιτρέψει πρώτα να εντοπίζουν και ύστερα να διαχειρίζονται τέτοια περιστατικά, δηλαδή πώς θα καλλιεργήσουν αίσθημα ασφάλειας και πώς θα αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων και πώς θα αποκτήσουν οι ίδιοι αυτοπεποίθηση».
Τα ηχηρά συμπεράσματα των συντελεστών του έργου, προκειμένου από την αποσπασματική διαχείριση περιπτώσεων ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας κατά των γυναικών να μεταβούμε σε ένα δομημένο και συντονισμένο σύστημα προστασίας, μιλούν για απαραίτητη «θεσμική οργάνωση και θωράκιση με την εγκαθίδρυση κλινικών πρωτοκόλλων ανίχνευσης και διαχείρισης και πρωτοκόλλων διασύνδεσης και διυπηρεσιακής συνεργασίας. Επίσης, είναι απαραίτητη η ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και των δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας, καθώς και η θέσπιση υποχρεωτικής και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης των επαγγελματιών πρώτης γραμμής».
