Στις χώρες του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένας στους πέντε ενήλικες βιώνει ήπια έως και μέτρια καταθλιπτικά συμπτώματα. Η Ελλάδα κάθε άλλο παρά είναι στη χειρότερη θέση. Με βάση τα στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα ο διεθνής οργανισμός, η χώρα κατατάσσεται στην τελευταία θέση, με ποσοστό 6%, δηλαδή πολύ πιο κάτω από τον μέσο όρο που είναι στο 19,3%.
Στον αντίποδα της Ελλάδας, βόρειες χώρες, όπως η Εσθονία, η Ισλανδία καταγράφουν υψηλά ποσοστά (30% και 29% αντίστοιχα) σε ήπια και μέτρια κατάθλιψη, ποσοστά τα οποία εύκολα μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα είναι απλώς… γεωγραφικό. Τουλάχιστον αυτό κατέγραψε η μελέτη το 2019. Εκτοτε πολλά άλλαξαν. Μεσολάβησε μια εξαετία ανατροπών και πανδημίας που επηρέασαν τον ψυχισμό και τις ισορροπίες που έχει ο καθένας και η καθεμία, αλλά το στοιχείο του ΟΟΣΑ για το 6% παραμένει εντυπωσιακό.
Παράγοντες
Εάν όντως τα καταθλιπτικά φαινόμενα είναι μόνο σύμπτωμα καιρικών συνθηκών και έλλειψης φωτός, γιατί χώρες όπως η Ιρλανδία, η Τσεχία ή η σκοτεινή, τους περισσότερους μήνες, Πολωνία κατατάσσονται πολύ πιο κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο με ποσοστά 11,5%, 12,2%, 14,6% αντιστοίχως; Είναι άραγε το μεσογειακό ταμπεραμέντο και ο ήλιος που προσφέρουν ασπίδα προστασίας στους Ελληνες και δεν εμφανίζουν σε ποσοστό τόσο μεγάλο συμπτώματα κατάθλιψης ή μήπως συντελούν και άλλοι παράγοντες, όπως η ελεύθερη και χωρίς την υποχρέωση συνταγογράφησης κατανάλωση ήπιων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, η απουσία συστηματικής καταγραφής των συμπτωμάτων, τα στερεότυπα που διατηρούν κρυφό το πρόβλημα και αποτρέπουν την εκδήλωσή του, πολύ περισσότερο την καταγραφή του; Μήπως το «θαύμα» εν μέρει οφείλεται και στην εξοικείωση της κοινωνίας με τους αποκαλούμενους επιλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, που κυκλοφορούν με διάφορες πατέντες και αποτελούν μια παραλλαγή στο ονομαζόμενο και «χάπι της χαράς» που μπορεί να αγοράσει ο οποιοσδήποτε ενήλικας χωρίς συνταγή γιατρού;
Ομως πώς μπορεί να γίνει αξιόπιστη καταγραφή των συμπτωμάτων όταν οι δομές ψυχικής υγείας στις οποίες μπορεί ο πολίτης να προσφύγει για συμβουλευτική είναι ελάχιστες, η χρηματική αποζημίωση από τον ΕΦΚΑ για το κόστος συνεδριών ψυχοθεραπείας (από 50 έως 90 ευρώ στην καλύτερη περίπτωση) σε ιδιώτες ιατρούς είναι ασήμαντη έως ανύπαρκτη και ο αποστιγματισμός της ψυχικής ασθένειας, ακόμα και της πιο ήπιας, παραμένει ζητούμενο, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της χώρας;
Φάρμακα
Σίγουρα η απάντηση για το χαμηλό ποσοστό που εμφανίζει η ήπια κατάθλιψη και το στρες στην Ελλάδα, ποσοστό εντυπωσιακά χαμηλό, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με έναν παράγοντα. Αλλά δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι μέσα στη δεκαετία 2010-2020 η Ελλάδα σημείωσε μεγάλη αύξηση στην κατανάλωση αγχολυτικών και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη του ΟΟΣΑ σε δεδομένα 22 χωρών, το 2020 η Ελλάδα είχε αναρριχηθεί στην 6η θέση σε αύξηση χρήσης αντικαταθλιπτικών, μετά την Τσεχία, την Εσθονία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην ίδια έρευνα επιβεβαιώνεται ότι η πιθανότητα καταγραφής της διάγνωσης για την κατάθλιψη αυξάνεται με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.
«Η κατάθλιψη και το άγχος στις ηπιότερες εκφάνσεις τους δεν διαγιγνώσκονται. Για παράδειγμα, περίπου τα μισά άτομα με μέτρια καταθλιπτικά συμπτώματα δεν λαμβάνουν διάγνωση», επισημαίνεται στη μελέτη. «Ομως, εάν δεν αντιμετωπιστούν τα ηπιότερα συμπτώματα, μπορεί να εξελιχθούν σε μέτριες λειτουργικές διαταραχές, ακόμα και σε μείζονα κατάθλιψη…»
Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί ότι η Ελλάδα καταγράφεται από τον ΟΟΣΑ ως η χώρα με το χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών οι οποίες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα στους άρρενες. Τα πρωτεία, με στοιχεία του 2021, κατέχουν η Λιθουανία, η Ουγγαρία και η Ιαπωνία.
