ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Φωτόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κακά τα ψέματα, όταν το πανεπιστημιακό ΑΧΕΠΑ, το καλύτερο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, λειτουργεί με το μισό προσωπικό, τότε η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας δεν μπορεί παρά να αποτελεί ξεκάθαρη προώθηση των ασθενών στα ιδιωτικά συμφέροντα! Είναι το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις καταγγελίες του προσωπικού κατά τη διάρκεια της χθεσινής διαμαρτυρίας παρουσία του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλη Γιαννάκου.

Στη Θεσσαλονίκη, άμα ακούσεις «νοσοκομείο», το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό είναι το ΑΧΕΠΑ. Μπορεί να είναι πεπαλαιωμένο σε υποδομές, χαώδες σε χώρους, με προβλήματα σε μηχανήματα, αλλά είναι πανεπιστημιακό, έχει κορυφαίους γιατρούς, ακάματο προσωπικό και τεράστιες δυνατότητες εξυπηρέτησης ασθενών στις εφημερίες. Δεν ήταν διόλου τυχαίο ότι αυτό πρώτο επελέγη και για πολύ καιρό εξυπηρέτησε στη Βόρεια Ελλάδα τις ανάγκες της πανδημίας…

Δυστυχώς, το ΑΧΕΠΑ φαίνεται πως μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο που μόνο η κυβέρνηση μπορεί να εξηγήσει, αν λάβει κανείς υπόψη τις καταγγελίες ότι το πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης πλέον λειτουργεί με τις μισές οργανικές θέσεις να παραμένουν κενές ή να καλύπτονται από εργαζόμενους με ελαστικές μορφές απασχόλησης! Το γεγονός αυτό εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία των ασθενών, ενώ οδηγεί το προσωπικό σε εξουθένωση και κατά συνέπεια σε αποχώρηση από το ΕΣΥ. Ποιος ωφελείται από αυτό;

Οι οργανικές θέσεις του νοσοκομείου είναι περίπου 1.600, αλλά σήμερα το μόνιμο προσωπικό ανέρχεται σε περίπου 800 άτομα. Αλλα 300 άτομα είναι επικουρικοί και 45 έχουν προσληφθεί προσωρινά μέσω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ! «Αν αυτό το προσωπικό δεν μονιμοποιηθεί, ακόμα κι αν γίνει η προκήρυξη δεν θα μπορέσει να καλύψει αυτές τις θέσεις, γιατί το επικουρικό προσωπικό θα καλύψει θέσεις που είναι ήδη κατειλημμένες. Κι έρχονται να επιδεινώσουν το πρόβλημα οι συνταξιοδοτήσεις του προσωπικού, ο μέσος όρος του οποίου είναι πάνω από τα 50 χρόνια», δήλωσε ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στο ΑΧΕΠΑ, Δημοσθένης Μιχελάκης, για να συμπληρώσει ότι απαιτούνται τουλάχιστον 700 προσλήψεις στο νοσοκομείο ώστε να λειτουργήσει αξιοπρεπώς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω της έλλειψης προσωπικού καθυστερούν οι διαγνωστικές εξετάσεις με αποτέλεσμα την επιμήκυνση της νοσηλείας των ασθενών και αντίστοιχα της αποδέσμευσης της κλίνης, τα κτιριακά προβλήματα διαιωνίζονται με ολόκληρα τμήματα να λειτουργούν χωρίς θέρμανση, ενώ επιπλέον μέσα σε κάποιους χώρους… βρέχει, με όποιους κινδύνους εγκυμονεί αυτό για προσωπικό και ασθενείς.

«Σε όλες τις κλινικές νοσηλεύονται παθολογικά περιστατικά. Δεν υπάρχει σχέδιο διαχείρισης των παθολογικών περιστατικών της γρίπης. Τρεις τύποι γρίπης νοσηλεύονται αδιακρίτως σε τετράκλινα με ασθενείς που πάσχουν από άλλα νοσήματα. Δεν υπάρχει δυνατότητα απομόνωσης, με αποτέλεσμα να γίνεται μεγάλη διασπορά και της γρίπης και άλλων λοιμώξεων. Την ίδια ώρα, λόγω έλλειψης δομών και αδυναμίας της περιφέρειας να καλύψει τα περιστατικά, καταλήγουν όλα στα τέσσερα μεγάλα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης», ανέφερε η νοσηλεύτρια του ΑΧΕΠΑ και μέλος του Γ.Σ. της ΠΟΕΔΗΝ, Αναστασία Πολίτου.

Από το νοσοκομείο λείπουν περισσότεροι από 85 γιατροί, ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό καλύπτεται μόλις κατά 38%. Οι 45 νοσηλευτές που απασχολούνται μέσω ΟΑΕΔ εργάζονται κυρίως στις ΜΕΘ κι αν φύγουν, θα δημιουργηθεί αμέσως πρόβλημα λειτουργίας των μονάδων, σύμφωνα με τις καταγγελίες των εργαζομένων.

«Φέτος, είμαστε 3.000 λιγότεροι κι αυτό το κύμα μαζικών αποχωρήσεων συμβαίνει εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών εργασίας, των χαμηλών αμοιβών και του εμπαιγμού του κράτους να μας εντάξει στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα και να μονιμοποιήσει τους συμβασιούχους, οι οποίοι βρίσκονται σε εργασιακή ανασφάλεια», τόνισε με τη σειρά του ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος.

«Αυτή τη στιγμή στα νοσοκομεία της χώρας υπάρχουν 40.000 κενές οργανικές θέσεις, 20.000 εργαζόμενοι είναι συμβασιούχοι σε ομηρία, ενώ η φετινή χρονιά ξεκίνησε για το ΕΣΥ με 3.000 λιγότερο προσωπικό», κατέληξε, δίνοντας με αριθμούς τη ζοφερή πραγματικότητα όχι μόνο του ΑΧΕΠΑ αλλά μιας ολόκληρης πολιτικής της κυβέρνησης για τη δημόσια υγεία.