Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις σοβαρές επιπτώσεις του δεύτερου κύματος της πανδημίας τόνισε η επίκουρη καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας, Βάνα Παπαευαγγέλου, η οποία τόνισε ότι μπορεί να υπάρχει τάση σταθεροποίησης στη χώρα, ωστόσο καταγράφονται μεγάλοι αριθμοί θανάτων. 

Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει και το νέο ημερήσιο ρεκόρ με 72 θανάτους και 519 διασωληνώσεις.

Όπως είπε χαρακτηριστικά, το δεύτερο κύμα της πανδημίας «θερίζει» και δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε, αλλά οφείλουμε να τηρούμε τα μέτρα προστασίας. 

Σύμφωνα με τη Βάνα Παπαευαγγέλου, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη του λοκντάουν, καταγράφεται μια μη ξεκάθαρη μείωση του επιδημικού κύματος, η οποία μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, καθώς είναι φαινόμενο σύνθετο και πολύπλοκο, ενώ καταγράφονται διακυμάνσεις στους ημερήσιους αριθμούς κρουσμάτων. 

Εξήγησε ότι στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη αυτή η σχετική σταθεροποίηση είναι ορατή, αλλά είναι μεγάλη η διασπορά του ιού στη Θεσσαλία όπου έχουμε αυξητικές τάσεις των μολύνσεων, σύμφωνα με τις συγκριτικές αναλύσεις που κάνει ανά εβδομάδα ο ΕΟΔΥ.

Ωστόσο, παραμένει υψηλός ο αριθμός των κρουσμάτων στην Αττική, τη Θεσσαλονίκη αλλά και η Λάρισα, η Μαγνησία και η Πέλλα εμφανίζουν τριψήφιο αριθμό κρουσμάτων.

«Προκαλεί ανησυχία η μη ξεκάθαρη μείωση του επιδημικού κύματος τρεις εβδομάδες μετά το λοκντάουν της Βόρειας Ελλάδας και δύο εβδομάδες μετά την εφαρμογή οριζόντιων μέτρων σε όλη την Ελλάδα» επίσημανε η καθηγήτρια ΕΚΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι «σύμφωνα με την εμπειρία της προηγούμενης άνοιξης θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη ύφεση».

Επισήμανε δε ότι με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τον αριθμό των κρουσμάτων, το σύστημα υγείας θα συνεχίσει να πιέζεται για ακόμη δύο ή τρεις εβδομάδες.

Για μια ακόμη φορά έκανε έκκληση στους πολίτες να τηρούν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Όπως είπε, είναι κατανοητή η κόπωση από τους περιορισμούς, ωστόσο αν χαλαρώσουμε, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές.

Για μια ακόμη φορά επανέλαβε ότι «κανείς δεν είναι άτρωτος» και σημείωσε:

«Να κάνουμε ό,τι πρέπει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά για να φτάσουμε στο πολυπόθητο ραντεβού μας με το εμβόλιο» σημείωσε η κ. Παπαευαγγέλου, υπενθυμίζοντας επίσης την δήλωση του Χανς Κλούγκε, διευθυντή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) ότι εάν φτάσει η χρήση της μάσκας στο 95%, ίσως τα λοκντάουν να μην είναι απαραίτητα.

Η κ. Παπαευαγγέλου τόνισε, επίσης, ότι γίνεται προσπάθεια να αυξηθεί ο αριθμός των τεστ που διενεργούνται, ώστε να εντοπιστούν ασυμπτωματικοί φορείς, οι οποίοι ωστόσο μεταδίδουν τον ιό.

Γκ. Μαγιορκίνης: Στοιχεία εξόδου από την εκθετική αύξηση

Από την πλευρά του ο Γκίκας Μαγιορκίνης, επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας, τόνισε ότι «η πλειοψηφία των διαγνώσεων εξακολουθεί να καταγράφεται εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, με σαφή στοιχεία εξόδου, ωστόσο, από την εκθετική αύξηση» και «το φορτίο είναι εξαιρετικά βαρύ στα βόρεια της χώρας και επίσης έχει σαφή στοιχεία τοπικού χαρακτήρα».

«Η Αττική αυτή την εβδομάδα συνέχισε να βελτιώνεται με ακόμα ηπιότερη από την προηγούμενη εβδομάδα επιβάρυνση της επιδημιολογικής κατάστασης και περαιτέρω συρρίκνωση του δείκτη Rt» επισήμανε, εξηγώντας ότι η Θεσσαλονίκη «σε σχέση με την Αττική διατηρεί υπερπενταπλάσιο επιδημικό φορτίο ενδεικτικό της μεγάλης έντασης της υπερμετάδοσης που βίωσε στα μέσα και προς τα τέλη του Οκτωβρίου. Ο δείκτης μετάδοσης Rt φαίνεται ότι πλέον έχει προσεγγίσει τα επίπεδα της Αττικής και η πρόβλεψη δείχνει περαιτέρω συρρίκνωση».

Όσον αφορά τον ρόλο των παιδιών στην πανδημία, επανέλαβε ότι είναι δευτερεύων, αναφέροντας ότι «η ηλικιακή ομάδα των παιδιών εξακολουθεί να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα στο πλαίσιο της σχετικής επίπτωσης που έχει παρατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας».

«Η εξαιρετικά χαμηλή επίπτωση σε αυτή την ηλικιακή ομάδα καθ’ όλη την έξαρση του δεύτερου κύματος» καταδεικνύει «ότι ο ρόλος των παιδιών στην πανδημία και της έξαρσής της είναι δευτερεύων. Με απλά λόγια κυριαρχούν κατά συντριπτική πλειοψηφία οι μολύνσεις προς αυτή την ηλικιακή ομάδα παρά από αυτή την ηλικιακή ομάδα ενώ η πιθανότητα μόλυνσης είναι αρκετά χαμηλότερη από τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες» υπογράμμισε ο Γκίκας Μαγιορκίνης.