«Ολες οι χώρες θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν όλα τα ύποπτα κρούσματα, δεν μπορούμε να πηγαίνουμε στον πόλεμο με τα μάτια δεμένα» υπογράμμισε πριν από λίγες μέρες ο επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Τ. Α. Γκεμπρεγεσούς. Ο επικεφαλής του ΠΟΥ απηύθυνε παγκόσμια έκκληση λέγοντας πως «ενώ τα κρούσματα αυξήθηκαν μέσα σε μια εβδομάδα, δεν έχουμε ανάλογη αύξηση στα τεστ, την απομόνωση και τον εντοπισμό των επαφών των ασθενών».
Στην Ελλάδα, παρότι ελήφθησαν πολύ πιο έγκαιρα σε σχέση με άλλες χώρες περιοριστικά μέτρα, ακολουθείται μια πολιτική απομόνωσης του πληθυσμού με ιεράρχηση των ελέγχων και τη διενέργεια διαγνωστικών τεστ σε «δείγματα επιτήρησης». «Δεν χρειάζεται να γνωρίζετε το αποτέλεσμα αν είστε υγιείς και έχετε ήπια συμπτώματα» είναι η επίσημη οδηγία προς όλους.Αρκούν όμως τα υφιστάμενα τεστ ή πρέπει να ακολουθηθεί ένα μοντέλο επιθετικής διαγνωστικής πολιτικής; Μήπως ακόμα και άθελά μας οδεύουμε σε ένα μεικτό μοντέλο «ανοσίας αγέλης» με ταξικά χαρακτηριστικά, όπου μόνο επιφανείς πολίτες μπορούν να ανακαλύψουν αν είναι φορείς, προσφεύγοντας σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα;
Η στρατηγική αντιμετώπισης της πανδημίας στη χώρα μας έχει προκαλέσει πλήθος συζητήσεων, με πολλούς επιστήμονες να εκφράζουν επιφυλάξεις και ενώ παράλληλα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διεξάγονται αντιπαραθέσεις, κυρίως μεταξύ μη ειδικών, που διασπείρουν ένα μείγμα ειδήσεων, πληροφοριών και φημών με ταχύτητες «κορονοϊού».

«Καταλαβαίνω την αγωνία όλων, αλλά να μην προξενούν μια επιδημία φόβου και πανικού», ανέφερε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας, Σ. Τσιόδρας, ο οποίος υπεραμύνθηκε της υφιστάμενης στρατηγικής.
Αποστασιοποιημένοι από τη γενικευμένη εκτίμηση που τελευταία εκφράζεται στο πρόσωπο του συμπαθέστατου κ. Τσιόδρα, με την επισήμανση πως η στρατηγική αντιμετώπισης μιας πανδημίας ασφαλώς και έχει και ιδεολογικό πρόσημο, η «Εφ.Συν.» επικοινώνησε με πλήθος επιστημόνων, καταγράφοντας επιστημονικά δεδομένα από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται μέχρι στιγμής επιδημιολογικά ο ιός σε διαφορετικές χώρες.
