Μιχάλης Λάβδας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Δεν νιώθω να είμαι άρρωστος αλλά δε νιώθω καλά». Αυτό ακούγεται ίσως συνηθισμένο και τα αίτια της δυσφορίας μπορεί συχνά να κρύβονται σε συνδυασμό από αιτίες που μπορεί να ξεκινούν από την οικονομική μας κατάσταση, το κοινωνικό περιβάλλον, τον αποκλεισμό που μπορεί να βιώνουμε για τον οποιοδήποτε λόγο∙ από την εργασία, την πολιτική και πολιτισμική ζωή αλλά και ευρύτερα από έλλειψη στιγμών που δίνουν ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, μιλά για την ενδυνάμωση της καλής ψυχικής υγείας σε ένα μοντέλο που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα ψυχοκοινωνικά αίτια ως παράγοντες που μας επιβαρύνουν και συχνά δημιουργούν συναισθηματική δυσφορία (emotional distress) και  συμβάλλουν στην εκδήλωση προβλημάτων ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη ή άλλες διαταραχές ψυχικής υγείας. Έχει ιδιαίτερη σημασία να αντιληφθούμε ότι οι παράγοντες που δημιουργούν αυτές τις δυσχέρειες και τα εμπόδια σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο αφορούν στη βία, την απώλεια, παράγοντες που μας δημιουργούν έντονο στρες, ανασφάλεια και έλλειψη βασικών υπηρεσιών, φτώχεια και έλλειψη ευκαιριών. Αν σκεφτούμε το μοντέλο της ανάκαμψης (recovery), το να χάνεις την αίσθηση του ελέγχου στη ζωή σου, σε καθιστά ευάλωτο στην εκδήλωση συμπτωμάτων ψυχικών διαταραχών που κατά κύριο λόγο αφορούν ψυχοκοινωνικά αίτια. Μιλάμε λοιπόν για τη «ρευστή πραγματικότητα» του Z. Bauman και την «κλινική του εφήμερου» όπως έχει οριστεί και στην ελληνική βιβλιογραφία από το Σ. Στυλιανίδη (2011). 

Πολλά από τα προβλήματα ψυχικής υγείας που έχουν δυσμενή και χρόνια εξέλιξη, ξεκινούν από την παιδική και εφηβική ηλικία ενώ συχνά, η κατάσταση συνεχούς αβεβαιότητας και αποκλεισμού μπορεί να συμβάλλει στην εκδήλωση συμπτωμάτων προβλημάτων ψυχικής υγείας και σε μεγαλύτερη ηλικία. Δεν είναι τυχαίο ότι η κατάθλιψη και το άγχος ως κοινές ψυχικές διαταραχές αποτελούν τους βασικότερους παράγοντες επιβάρυνσης όπως ορίζει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Μπορούμε να σκεφτούμε πληθυσμούς που είναι ευάλωτοι σε αυτό που περιγράφουμε για πολλούς λόγους και στο συγκεκριμένο άρθρο θα εστιάσουμε στον προφυγικό χώρο όπου κατ’ εξοχήν επικρατεί η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα και η αποεπένδυση από την ελπίδα. Η αυξημένη παραμονή των προσφύγων και αιτούντων άσυλο σε χώρους αποκλεισμένους από την κοινότητα που συχνά δεν ανταποκρίνονται στις βασικές ανάγκες τους, η αβεβαιότητα για βασικά θέματα όπως η στέγαση και η εργασία, συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της ανασφάλειας και στην αποεπένδυση από πλευράς τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, το ότι παρατηρούμε συχνά περιπτώσεις προσφύγων και αιτούντων άσυλο που εμφανίζουν συμπτώματα προβλημάτων ψυχικής υγείας ή αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, χωρίς αυτό να οφείλεται σε ψυχικά αίτια αλλά κυρίως σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες και που εάν αντιμετωπιστούν μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην προστασία της ψυχικής υγείας. Ωστόσο, είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε πως η δυσφορία και τα προβλήματα που αφορούν στην ψυχική υγεία και στην προστασία της απαιτούν μια προσέγγιση όχι βιολογική και «τραυματοκεντρική» αλλά κυρίως ψυχοκοινωνική. Τα συστήματα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, συχνά δε μπορούν να ανταποκριθούν στα αιτήματα που προκύπτουν, ενώ εξειδικευμένο προσωπικό όπως ψυχολόγοι και ψυχίατροι ενηλίκων και παιδιών και εφήβων είναι όλο και πιο δύσκολο να έχουν επαρκή χρόνο και να είναι προσβάσιμοι σε αυτούς τους πληθυσμούς. 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, έχει συμβάλλει σε αυτό με τη δημιουργία εργαλείων που αποσκοπούν στην παροχή ψυχοκοινωνικής βοήθειας χωρίς να μεσολαβεί ειδικός ψυχικής υγείας σε πρώτο ρόλο. Αυτό τι σημαίνει; Ότι πλέον, από το 2003 (Π.Ο.Υ., 2018) περισσότερες από 50 ερευνητικές δοκιμές σε συνθήκες περιορισμένων πόρων έχουν δείξει πως οι παρεμβάσεις που γίνονται από μη-ειδικούς προς άτομα που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες ή αισθάνονται δυσφορία για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα. Πρακτικά, σημαίνει πως οι ειδικοί που δεν έχουν μεγάλη διαθεσιμότητα για να ανταποκριθούν στα αιτήματα των ατόμων που αντιμετωπίζουν τα παραπάνω προβλήματα, αναλαμβάνουν ρόλο εκπαιδευτικό και εποπτικό, ενώ παρεμβαίνουν στις περιπτώσεις όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο χωρίς να υποκαθίσταται ο ρόλος τους ή ο ρόλος του υπάρχοντος συστήματος ψυχικής υγείας. Οι ψυχοκοινωνικές αυτές παρεμβάσεις αποτελούν καινοτομία γι’ αυτό και στηρίζονται στις αρχές της αυτοβοήθειας και της διαχείρισης του εαυτού με στοιχεία που έχουν συχνά αντληθεί από θεραπευτικές κατευθύνσεις όπως η Γνωσιακή Συμπεριφορική και η διαπροσωπική προσέγγιση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι η προσέγγιση δεν εστιάζει στη διάγνωση αλλά στην υποστηρικτική βοήθεια που μπορεί να προσφερθεί άμεσα και σε κοινό πολιτισμικό πλαίσιο ή σε πλαίσιο που κατανοεί τις πολιτισμικές διαφορές και τις λαμβάνει υπόψη κατά την παροχή υποστήριξης. Η εκπαίδευση μελών των προσφυγικών κοινοτήτων στην παροχή ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό σημείο. Εάν σκεφτούμε το μοντέλο stepped care, το πρώτο βήμα είναι να κάνουμε υποστήριξη πιο άμεσα για περιπτώσεις που δεν είναι σε κρίση και στη συνέχεια να προχωράμε στο επόμενο βήμα παρέχοντας όπου χρειάζεται και είναι διαθέσιμη πιο εξειδικευμένη βοήθεια. Το παράδοξο που επισημαίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είναι ότι το να εισάγεις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις δε μειώνει την ανάγκη για ειδικούς αλλά τουναντίον, αυξάνει τις στοχευμένες παραπομπές σε ειδικούς κάνοντας πιο «λογική» χρήση των πόρων, ενισχύει την καλύτερη χρήση εξειδικευμένων πόρων και ενδυναμώνει τα υπάρχοντα συστήματα ψυχικής υγείας και την παρουσία της ψυχικής υγείας στο κοινοτικό επίπεδο και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. 

Το εργαλείο Problem Management + αποτελεί μιας τέτοια καινοτόμο παρέμβαση που έχει αναπτυχθεί και διατίθεται δωρεάν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και απευθύνεται σε ενήλικες με συμπτώματα στρες, κατάθλιψης και άγχους για μεγάλο διάστημα που επηρεάζει την καθημερινότητά τους. Στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης, παρέχεται βοήθεια υποστηρικτική από ψυχοκοινωνική σκοπιά με στρατηγικές που αφορούν στη διαχείριση του στρες, την ενεργοποίηση του ατόμου, την ενδυνάμωση των κοινωνικών του δικτύων και δεσμών αλλά και στη διαχείριση προβλημάτων που θέτει το ίδιο το άτομο. Αυτό γίνεται σε ατομικό επίπεδο ενώ ο στόχος είναι να μπορεί να υποστηρίζεται ο βοηθός από επόπτη εξειδικευμένο ώστε να μπορεί να μεγιστοποιηθεί το αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα, η ΕΠΑΨΥ μέσω του προγράμματος που υποστηρίζει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες για τη φροντίδα ψυχικής υγείας προσφύγων με κοινοτική ομάδα παρέμβασης που λειτουργεί από το Μάρτιο του 2018, οργανώνει εκπαιδευτική παρέμβαση σε μέλη των προσφυγικών κοινοτήτων, σε οργανώσεις που δρουν σε διαφορετικές συνθήκες στο προσφυγυικό πεδίο αλλά και σε εταίρους της δημόσιας ψυχικής υγείας με έμφαση στις παραπάνω διαστάσεις. Η εκπαίδευση συντονίζεται από ειδικευμένους επαγγελματίες και θα πραγματοποιηθεί στο χώρο και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Επίσης, θα υποστηριχθεί με ειδικούς τόσο από την Ύπατη Αρμοστεία όπως ο Δρ. Pieter Ventevogel όσο και από συμβούλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Πολύτιμη είναι η  συμβολή του Ελληνικού Φόρουμ Προσφύγων που θα πραγματοποιήσει και σχετικό εργαστήρι για την πολιτισμική πολυμορφία ενώ θεωρούμε πως είναι σημαντικός εταίρος στην υλοποίηση κοινών δράσεων σε προσφυγικό πληθυσμό και σε στελέχη του πεδίου.  Ο πρώτος κύκλος εκπαίδευσης, θα ολοκληρωθεί εντός του Μαΐου 2019 ενώ θα πραγματοποιηθούν και επόμενοι εκπαιδευτικοί κύκλοι στο πλαίσιο της παραπάνω συνεργασίας με στόχο να δοθεί ένα εργαλείο σε ανθρώπους που δεν έχουν εξειδικευμένη γνώση στην ψυχική υγεία ώστε να πραγματοποιούν στοχευμένες ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, τεκμηριωμένες ως προς την αποτελεσματικότητά τους. 

*ο Μιχάλης Λάβδας είναι ψυχολόγος της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ)