Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα είναι δυνατόν στο μέλλον όχι απλώς ο προληπτικός εντοπισμός των ατόμων που θα νοσήσουν από νευροεκφυλιστικές ασθένειες, αλλά και η αναστολή στην εξέλιξη της ασθένειας;

Αυτό προσπαθούν να πετύχουν Ελληνες επιστήμονες των οποίων η πρωτοποριακή έρευνα οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου κέντρου ερευνών με το όνομα «Research Center on Computational Biomarkers – RCCB» (Ερευνητικό Κέντρο Υπολογιστικών Βιοδεικτών) στο Πανεπιστήμιο Wilfrid Laurier στον Καναδά.

Παράλληλα, το κορυφαίο κέντρο για τη μαθηματική ερευνητική δραστηριότητα, το Ινστιτούτο Fields, διοργανώνει ημερίδα στις 24 τρέχοντος στο Τορόντο για τα «Υπολογιστικά μοντέλα στον νευροεκφυλισμό» όπου θα παρουσιαστούν οι τελευταίας λέξης τεχνολογίες στη μοντελοποίηση, τη μαθηματική ανάλυση και την υπολογιστική πρακτική στο πεδίο των νευροεκφυλιστικών νόσων, συνεισφέροντας παράλληλα και στην προώθηση νέων συνεργασιών.

Από την αρχή, όταν η έρευνά τους στον εντοπισμό βιοδεικτών για τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες είχε τα πρώτα αποτελέσματα, προκάλεσαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον, προσελκύοντας την αφρόκρεμα των επιστημόνων πάνω στο αντικείμενο στα δύο πρώτα συνέδρια GENEDIS που καθιέρωσαν, ενώ ήδη συνεργάζονται για τις κλινικές δοκιμές της μεθόδου που έχουν αναπτύξει με το Πανεπιστήμιο ΕΤΗ στην Ελβετία.

Ολα ξεκίνησαν από το Τμήμα Πληροφορικής του Ιονίου Πανεπιστημίου, όπου ο καθηγητής Παναγιώτης Βλάμος, πρόεδρός του σήμερα, ιδρυτής και διευθυντής του Εργαστηρίου Βιοπληροφορικής και Ανθρώπινης Ηλεκτροφυσιολογίας BiHELab, επικέντρωσε την έρευνά του στον εντοπισμό νέων βιοδεικτών για τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες ώστε με τη χρήση εξειδικευμένων «εργαλείων» βιοπληροφορικής να γίνει δυνατή η εξέταση στην ευπάθεια σε αυτά τα νοσήματα.

«Βασικός στόχος του ερευνητικού κέντρου που ιδρύσαμε είναι να οδηγηθούμε σε εξατομικευμένη φαρμακευτική αγωγή για την αναστολή της νόσου καθώς η θεραπεία ακόμη δεν είναι ορατή», μας λέει ο καθηγητής Π. Βλάμος, εξηγώντας πως η ανάλυση βιοδεικτών για τον εντοπισμό των ατόμων που θα εκδηλώσουν νευροεκφυλιστικές ασθένειες στο μέλλον έχει δείξει ότι η εξέλιξη των ασθενειών μπορεί να λάβει δεκάδες διαφορετικές μορφές, καθιστώντας την υπάρχουσα φαρμακευτική αγωγή αναποτελεσματική, επομένως πρέπει να εξειδικευθούν τα εργαλεία που θα επιτρέψουν την κατάλληλη αγωγή για την καθυστέρηση ή αναστολή των νόσων.

40 εκατ. νοσούντες μόνο από Αλτσχάιμερ

Νευροεκφυλιστικές ασθένειες: Ελληνες προσπαθούν να τις «φρενάρουν»

Ποια είναι η σημασία της ερευνητικής τους εργασίας για τη διακρίβωση των ατόμων που θα αναπτύξουν αυτές τις παθήσεις ώστε να καταστεί δυνατή η πρόληψη ή κατάλληλη αγωγή;

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ και η νόσος του Πάρκινσον, «αποτελούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της υγείας, της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Περισσότεροι από 40 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υπολογίζεται ότι πάσχουν από τη νόσο Αλτσχάιμερ και συναφείς διαταραχές και οι προβλέψεις δείχνουν ότι ο αριθμός αυτός μπορεί να διπλασιαστεί έως το 2050», μας λέει ο καθηγητής.

Ο ίδιος μαζί με ακόμη δύο Ελληνες επιστήμονες που υλοποιούν αυτό το τεράστιο ερευνητικό έργο με συνεργασίες σε όλο τον κόσμο θα είναι από τους βασικούς εισηγητές στην ημερίδα του Fields Institute.

Πρόκειται για τον καθηγητή Ηλία Κοτσιρέα, διευθυντή του εργαστηρίου CARGO του Wilfrid Laurier University, που αναπτύσσει και υλοποιεί εξελιγμένες αλγοριθμικές τεχνικές εξόρυξης δεδομένων, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν στην ανάλυση των κλινικών δεδομένων, παρέχοντας ακριβή αποτελέσματα για την εξέλιξη των βιοδεικτών που εμπλέκονται στους συγκεκριμένους βιολογικούς μηχανισμούς, και τον δρα Ιωάννη Ταρνανά από το Πανεπιστήμιο ΕΤΗ της Ζυρίχης, με τον οποίο συνεργάζεται για τις κλινικές μελέτες και πρόσφατα επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα του Global Brain Health Institute, που πρόκειται να δημιουργήσουν το νέο πανεπιστημιακό κέντρο ερευνών στον Καναδά.

Εκεί η επιστημονική γνώση θα ενωθεί με την εργαστηριακή εμπειρία στη μελέτη βιοδεικτών, στις μετρήσεις των οποίων βασίζεται το μέλλον καθώς «η μετάβαση από τα δεδομένα μικροκλίμακας, που παρέχονται από τους υπολογισμούς των βιοδεικτών, στα αποτελέσματα μακροκλίμακας σχετικά με την ευπάθεια θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο άμεσο μέλλον», όπως παρατηρεί ο καθηγητής.