Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ΟΑΣΘ απάντησε με δημόσια ανακοίνωσή του, η οποία εστάλη ταυτοχρόνως σε όλα τα μίντια, ακόμη και σ’ αυτά που δεν είχαν δημοσιεύσει ούτε αράδα από τις αποκαλύψεις του πορίσματος των Επιθεωρητών των υπουργείων Μεταφορών και Οικονομικών το οποίο δημοσιεύει η «Εφ.Συν».

Είναι κι αυτή μια μέθοδος να πληροφορηθούν και άλλοι πολίτες τα δημοσιευμένα στοιχεία για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.

Ο ΟΑΣΘ δίνει έναν επικό τίτλο στην ανακοίνωσή του αυτοαναγορευόμενος σε πολέμιο του λαϊκισμού. Μόνο που δεν τον κατηγόρησε η «Εφ.Συν.» για παραβάσεις της νομιμότητας που επικαλείται. Τα συμπεράσματα που δημοσιεύονται είναι αυτά των επιθεωρητών που συνέταξαν το πόρισμα και οι οποίοι είναι οι πρώτοι –αφού θα ακολουθήσουν κι άλλοι- κριτές της τήρησης ή μη της νομιμότητας.

Όσο για τους επιθετικούς προσδιορισμούς που χρησιμοποιεί για να σχολιάσει τα δημοσιεύματα, αλίμονο, ας σκεφτούν οι συνεργάτες του Οργανισμού που το συνέταξαν τι θα συνέβαινε άραγε αν ένας τέτοιος χαρακτηρισμός περιλαμβανόταν στα όσα έχουμε ήδη γράψει.

Αν ο ΟΑΣΘ δεν έλαβε γνώση του πορίσματος, αυτό δεν είναι πρόβλημα της εφημερίδας.

Ο τίτλος της απάντησης δείχνει εξαρχής ότι ο Οργανισμός δίνει «πολιτική» απάντηση στα στοιχεία που προκύπτουν από το πόρισμα. Όντως, είναι πολιτικό, πρωτίστως, το ζήτημα του ιδιωτικού αλλά ταυτοχρόνως και σιτιζόμενου από το δημόσιο Οργανισμού. Και είναι ένα πολιτικό πρόβλημα που κρατά κοντά 60 χρόνια. Δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω. Ελπίζουμε ότι η λύση του θα υπάρχει σε όσα τα επόμενα εικοσιτετράωρα πρόκειται να γνωστοποιήσει στη Θεσσαλονίκη ο υπουργός Μεταφορών Χρήστος Σπίρτζης.

Η προσβολή της φήμης και η σπίλωση της εικόνας ενός Οργανισμού μεγέθους του ΟΑΣΘ, αλίμονο, δεν μπορούν να προέλθουν από κανένα δημοσίευμα αν, κατ’ αρχήν, οι υπηρεσίες που παρέχει αφήνουν ικανοποιημένους τους πολίτες οι οποίοι είναι οι τελικοί κριτές. Εξάλλου, έχουν προηγηθεί σχόλια, τόσο επιθετικά για τον ΟΑΣΘ σε όλο τον χώρο του τύπου μπροστά στα οποία οι δημοσιεύσεις μας μοιάζουν με επίδειξη ψυχραιμίας. Τι θα συμβεί άραγε αν τολμήσουμε να γράψουμε και την γνώμη μας;

Όσο για την επίκληση της δεοντολογίας, το αντίθετο θα συνέβαινε αν ζητούσαμε το σχόλιο του Οργανισμού επί ενός πορίσματος κρατικών λειτουργών, αφού αυτό θα μας μετέτρεπε πάραυτα σε κομιστές του στον ελεγχόμενο, πριν καν την δημοσίευσή του. Φυσικά ο ΟΑΣΘ δύναται να απαντήσει, όπως και το κάνει, και η θέση του δημοσιεύεται. Ίσως στον ΟΑΣΘ δεν το αντιλαμβάνονται αλλά δεν δημοσιεύουμε μια καταγγελία για να ρωτήσουμε την γνώμη του. Είναι σαν να υποστηρίζουν ότι πριν δημοσιεύσουμε την θέση του επί των στοιχείων του πορίσματος πρέπει να ρωτήσουμε την γνώμη των επιθεωρητών ή και των αρμόδιων υπουργείων τα οποία εμμέσως ελέγχονται κι αυτά για την τήρηση της νομιμότητας.

Επί της ουσίας: ο ΟΑΣΘ υποστηρίζει ότι:

1) «δεν ανήκει στους φορείς ή τις επιχειρήσεις τον δημοσίου, καθώς ουδέποτε ανήκε στο δηµόσιο ή στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα,…». Μόνο που ο ΟΑΣΘ είναι ενταγμένος φορέας στη γενική κυβέρνηση λόγω χρηματοδότησης του πάνω από το 50% του προϋπολογισμού του. Είναι εταιρία ειδικού σκοπού συσταθείσα με νόμο, επιχορηγείται άνω του 50% επί του προϋπολογισμού του, δεν ασκεί (ούτε δύναται να ασκήσει) καμία εμπορική δραστηριότητα παρά προσφέρει δημόσια υπηρεσία.

Και δεν απαντά στο απλό ερώτημα: ποιος είναι ο επιχειρηματικός κίνδυνος που αντιμετωπίζει όπως οι υπόλοιποι ιδιώτες επιχειρηματίες; Κανέναν, καθόσον το Δημόσιο του καταβάλει ακόμη και «οιονεί» κέρδη (σε μία κατά τα άλλα συνεχώς ελλειμματική επιχείρηση).

2) Σχετικά με το θέμα των συμβάσεων για το οποίο υπάρχει σήμερα δημοσίευμα ο ΟΑΣΘ υποστηρίζει ότι οι επιθεωρητές «δεν προβαίνουν σε διάγνωση τυχόν κακομεταχείρισης αλλά μόνο σε υποβολή προτάσεων».

Μόνο που οι επιθεωρητές αναφέρονται ρητά σε κατάτμηση ιδίου αντικειμένου υπηρεσιών καθώς και σε φορολογικές παραβάσεις επί του τρόπου τιμολόγησης των συμβάσεων και ρητά, επίσης, αναφέρουν στο πόρισμα ότι οι παρατάσεις είναι ο κανόνας κατά καταστρατήγηση του σχετικού εδαφίου του Κανονισμού.

3) Ο ΟΑΣΘ για το θέμα των καυσίμων απαντά ότι: «Δεν κατανοούµε πως «µαγειρεύουµε τα δελτία καυσίμων των λεωφορείων ώστε να ανεφοδιάζονται οι τσέπες κάποιων», εκτός εάν ο συντάκτης του δημοσιεύματος κρατά στα χέρια του άλλη έκθεση ή γνωρίζει περισσότερα για Το δήθεν «µεγάλο φαγοπότι» και το δήθεν σκάνδαλο πολλών λίτρων» ενώ παρατηρεί ότι «το συνολικό κόστος της δαπάνης αυτής των καυσίµων όλων των υπηρεσιακών οχηµάτων του Οργανισµού µας ανέρχεται σε 90.434, 82 ευρώ για ολόκληρο το επίδικο έτος 2012, όπου διαπιστώνεται µόνο σε επτά (7) παραστατικά, συνολικού ύψους 428,08 ευρώ».

Μόνο που στα δημοσιεύματα της «Εφ.Συν.» δεν υπάρχει αναφορά σε ποσά, διότι απλούστατα δεν αναφέρονται στο πόρισμα, πριν τις «τσέπες» υπάρχει και ένα «ενδέχεται», ακόμη κι αυτό αφορά ένα ευρώ από το δημόσιο χρήμα που δίνεται ως επιχορήγηση στον Οργανισμό.

Ο ίδιος εξάλλου ο Οργανισμός δεν καταδέχεται καν να επιστρέψει ρέστα από τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων εντός των λεωφορείων, σε αυτούς που το ζητάνε. Το θέμα είναι ότι ο Οργανισμός προσπαθεί να υποβαθμίσει το ζήτημα αφού υπονοεί ότι 428 ευρώ δεν είναι δα και κανένα ποσό που θα «φούσκωνε» κάποια τσέπη αν και για κάποιους είναι ένα ολόκληρος μισθός, αφορούν δε και αυτά δημόσιο χρήμα.

Η αναφορά όμως των επιθεωρητών στο πόρισμα είναι σαφής: έγινε μόνο δειγματοληπτικός έλεγχος στα τιμολόγια και όχι έλεγχος σε όλα τα τιμολόγια. Ωστόσο, ο Οργανισμός δεν μας εξηγεί το πολύ απλό: γιατί υφίσταται αναντιστοιχία μεταξύ τιμολογίων και δελτίων καυσίμων; Μια απάντηση περί αυτού θα βοηθούσε περισσότερο.