Πλειστηριασμοί γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται. Αυτό δεν το αρνείται η κυβέρνηση, η οποία μετά τον καταιγισμό διαμαρτυριών και δημοσιευμάτων σπεύδει να δώσει διευκρινίσεις και να υπεραμυνθεί του θεσμικού πλαισίου για την προστασία της πρώτης κατοικίας από τις τράπεζες.
Παράλληλα, προωθεί ρύθμιση-ανάχωμα ώστε τα χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων και των εμπόρων και δεν καλύπτονται από τον νόμο Κατσέλη, να μην αποτελούν λόγο πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας. Υπό όρους εξετάζεται η προστασία και της επαγγελματικής στέγης.
Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι για το 2016 οι αριθμοί των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών για ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία θα είναι μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του 2015.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με αυτά που έχουν δημοσιοποιηθεί, μέχρι και το τέλος Αυγούστου του τρέχοντος έτους, 774.321 οφειλέτες βρίσκονταν σε μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, ενώ στο τέλος του 2015 ο αντίστοιχος αριθμός των οφειλετών αυτών έφτανε τους 695.074.
Σημειώνεται ότι μέχρι το τέλος του 2016 έχουν προγραμματιστεί άλλοι 16.000 πλειστηριασμοί για χρέη προς την εφορία.
Οι πλειστηριασμοί, πάντως, όπως τονίζει το υπουργείο Οικονομίας, διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:
1. Υποθέσεις μεταξύ ιδιωτών (περίπου 40%), που προφανώς αποτελούν ειδική περίπτωση και το Δημόσιο έχει περιορισμένη αρμοδιότητα.
2. Υποθέσεις φορέων του Δημοσίου (περίπου 10%, αφορά ΓΓΔΕ, δήμους, ασφαλιστικά ταμεία), που ιεραρχούνται με προτεραιότητα σε όσες αφορούν μη συνεργάσιμους μεγαλοοφειλέτες και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, σε καμία περίπτωση δεν πλήττουν πρώτη κατοικία.
3. Για την περίπτωση των τραπεζών (το υπόλοιπο 50%), το υπουργείο διαμόρφωσε τον τελευταίο χρόνο προστατευτικό θεσμικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει:
Πλήρη προστασία της πρώτης κατοικίας για τα δύο τρίτα των νοικοκυριών που έχουν στεγαστικά δάνεια, μέσω της αναθεώρησης του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά («Νόμος Κατσέλη»).
Ειδικότερα, το πεδίο εφαρμογής του νόμου επεκτάθηκε σε φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές και προστατεύονται δανειολήπτες που διαθέτουν ακίνητο αντικειμενικής αξίας 180.000-280.000 ευρώ και εισόδημα έως 13.906-40.801 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών μιας οικογένειας.
Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομίας, στις προστατευτικές ρυθμίσεις για την πρώτη κατοικία μπορούν να ενταχθούν 2 στους 3 δανειολήπτες, ενώ για το 25% που αντιστοιχεί στους πιο αδύναμους προβλέπεται η ενίσχυσή τους από το κράτος με 100 εκατ. ευρώ ετησίως, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις δόσεις.
Επιπλέον, όπως τονίζεται από το υπουργείο, οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης «κόκκινων» δανείων –που ακόμα δεν έχουν δραστηριοποιηθεί στη χώρα μας– οφείλουν να τηρούν των Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών και να λαμβάνουν υπόψη το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των δανειοληπτών ώστε να προτείνουν την ενδεδειγμένη ρύθμιση δανείου.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν είναι δεσμευτικός υπό την έννοια ότι δεν έχει ισχύ νόμου.
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα προκύπτει αφού αφαιρεθούν από το συνολικό καθαρό εισόδημα του δανειολήπτη οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές καθορίζονται με αντικειμενικό τρόπο από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
Με βάση τα ισχύοντα σήμερα, οι ετήσιες εύλογες δαπάνες διαβίωσης για 2 ενήλικες με 2 παιδιά είναι 16.162 ευρώ.
Τέλος, το υπουργείο Οικονομίας υπενθυμίζει ότι μέχρι το 2018 δεν πωλείται σε fund κανένα δάνειο (στεγαστικά, επισκευαστικά, επιχειρηματικά κ.λπ.) που έχει διασφάλιση πρώτη κατοικία και είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 140.000 ευρώ (άνω του 90% του συνόλου των στεγαστικών πρώτης κατοικίας).
