Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, στη χθεσινή εισήγησή του προς το σώμα της Ιεραρχίας της Ελλάδας, έθιξε όλα τα θέματα που απασχολούν την Εκκλησία, όπως η σχέση της με το ελληνικό κράτος και η εκκλησιαστική περιουσία, ενώ δεν θα μπορούσε να παραλείψει το ζήτημα των θρησκευτικών, για το οποίο έχει ανοιχτή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα.
Ο Ιερώνυμος φρόντισε επιμελώς να μην αναφερθεί άμεσα στον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος, τον οποίο και υποστηρίζει.
Αντίθετα, επέλεξε να αναφερθεί στο παράδειγμα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας:
«Πολλές φορές στον δημόσιο διάλογο ακούγεται το επιχείρημα ότι οι προωθούμενες αλλαγές στην προοπτική της εκκοσμικεύσεως του Κράτους απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο και ότι τρόπον τινά αποτελούν τρόπο εναρμονίσεως της εγχώριας νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή. Αν μελετήσει κανείς όμως σχετικά ισχύοντα νομοθετικά κείμενα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα καταλήξει σε άλλα συμπεράσματα. Η εκπαίδευση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, βάσει του άρθρου 7 του Γερμανικού Συντάγματος, είναι ευθύνη του Κράτους, η οποία όμως δεν παραγνωρίζει ούτε το ρόλο των κηδεμόνων-γονέων των παιδιών ούτε των θρησκευτικών κοινοτήτων» αναφέρει ο κ. Ιερώνυμος στην εισήγησή του.
Η πάγια θέση
Μάλιστα ο αρχιεπίσκοπος επιλέγει το άρθρο 3 του γερμανικού Συντάγματος για να πει ότι:
«Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι στα δημόσια σχολεία κανονικό, τακτικό μάθημα, και έτσι εξασφαλίζεται ως θεσμός, που έχει την αρχή του στο ίδιο το δημόσιο-κρατικό Δίκαιο. Επιβάλλεται λοιπόν εκ του Συντάγματος της χώρας να υπάρχει το μάθημα των Θρησκευτικών και δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε νομοθέτη να το επιτρέψει ή όχι. Με αυτόν τον τρόπο το μάθημα των Θρησκευτικών είναι συστατικό μέρος του σχολείου γενικότερα, ακριβώς όπως όλα τα υπόλοιπα υποχρεωτικά μαθήματα, με τα οποία απολαμβάνει την ίδια περιωπή.
Το εκάστοτε κρατικό συμβόλαιο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του μορφωτικού καθιδρύματος-οντότητος, στην ευθύνη παροχής του μορφωτικού αγαθού συμπεριλαμβάνει και την ευθύνη για το μάθημα των Θρησκευτικών», χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για το αν θεωρεί ότι η εκπαίδευση είναι ζήτημα της Πολιτείας και μόνον.
Επικαλούμενος για ακόμη μια φορά το γερμανικό Δίκαιο υποστηρίζει -χωρίς να το παίρνει όμως πάνω του- την πάγια θέση της Εκκλησίας σε ό,τι αφορά το μάθημα των θρησκευτικών και τον ομολογιακό χαρακτήρα του:
«Υπάρχει μόνο η δυνατότητα της ομολογιακά ή θρησκειακά συνδεδεμένης διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο μάθημα των Θρησκευτικών να γίνονται δεκτά και παιδιά άλλων ομολογιών που αποτελούν μειονότητα, εάν υπάρχει η συγκατάθεση των γονέων ή κηδεμόνων. Με αυτόν τον τρόπο δίδεται και η δυνατότητα γνώσης των άλλων θρησκειών παρά τον σαφή ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος».
Σε απάντηση όλων όσα υποστηρίζει ο αρχιεπίσκοπος, έρχεται η ανακοίνωση των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων για τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα θρησκευτικά, που υποστηρίζουν ότι τα νέα Π.Σ. είναι καινοτόμα και πρωτοποριακά καθώς δεν αντιγράφουν ξένα μοντέλα αλλά ακολουθούν τα προτάγματα της σύγχρονης παιδαγωγικής.
«Το μάθημα από ένα βαρετό, οριακής αποδοχής, απλά επιβαρυντικό στις τελευταίες λυκειακές τάξεις μάθημα, γίνεται ένα μάθημα υψηλής εκπαιδευτικής αξίας, θελκτικό, δημιουργικό και ενδιαφέρον. Η εργασία στο σπίτι αντικαθίσταται από την ενεργητική συμμετοχή στην τάξη, σχεδιασμένη ποικιλότροπα ώστε να ενσωματώνει φιλόξενα κάθε μαθητή με τις ιδιαιτερότητές του. Ολοι οι μαθητές μπορούν σε ποικίλα επίπεδα να δημιουργήσουν και να μάθουν στο πλαίσιο του νέου μαθήματος των Θρησκευτικών. Ενώ προάγεται ένα ευρύτατο πεδίο γνώσης και ενημέρωσης, προάγεται συνάμα η κριτική σκέψη, η γλωσσική δεξιότητα και έκφραση, συνάμα προάγεται η χαρά της μάθησης και η αγάπη στο σχολείο. Καθώς ξεκίνησε η εφαρμογή των νέων Π.Σ., ήδη το ενδιαφέρον αυξάνει, ο αρνητισμός μηδενίζεται, οι μαθητές θέλουν να κάνουν Θρησκευτικά και οι συνάδελφοι καθηγητές των άλλων ειδικοτήτων στη Δευτεροβάθμια συνειδητοποιούν πρώτοι ότι κάτι σημαντικό συντελείται στις τάξεις την ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών», αναφέρεται στην ανακοίνωση των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων που απαρτίζονται από στελέχη όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης αλλά και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ).
Βασικός άξονας
Μάλιστα από την ανακοίνωση γίνεται ξεκάθαρο ότι η ορθόδοξη πίστη παραμένει βασικός άξονας του μαθήματος, παρά το γεγονός ότι αρκετοί ιεράρχες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το αντίθετο, ενώ διαχωρίζει τον κατηχητικό ρόλο της Εκκλησίας από αυτόν του σχολείου, που είναι η γνώση:
«Είναι ένα μάθημα που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην παράδοση του τόπου μας, στην ορθόδοξη χριστιανική. Δεν έχει κατηχητικό χαρακτήρα, καθώς η κατήχηση είναι μια υπόθεση της Εκκλησίας και της οικογένειας, όχι του σχολείου.
»Παράλληλα, όπως και στα προηγούμενα προγράμματα, ενημερώνει και για τον κόσμο των θρησκειών. Η αίσθηση ότι υπάρχει “πολλή θρησκειολογία” ή ότι είναι “ουδετερόθρησκο” δεν είναι ακριβής. Ασφαλώς, εξάλλου, το μάθημα δεν είναι “θρησκειολογικό”. Πόσο μάλλον δεν ισχύει η κατηγορία ότι το μάθημα προωθεί τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Αυτό είναι απολύτως αναληθές και εδράζεται σε ακατάλληλη ανάγνωση του Π.Σ.
»Το μάθημα είναι ορθόδοξο, κατά αντιστοιχία με την κοινωνική πλειοψηφία και κύρια πολιτισμική ταυτότητα της κοινωνίας μας. Συνάμα είναι ανοιχτό στην ετερότητα και εμπεριέχει και γνωσιακή ύλη για άλλες θρησκείες, όπως ίσχυε και στο παρελθόν. Απλώς υπάρχει μια αναδιάρθρωση της ύλης, που υπηρετεί καλύτερα τις σύγχρονες συνθήκες και αντανακλά τις παραστάσεις για τον κόσμο που ήδη έχουν τα παιδιά».
