Ξανά στο τραπέζι οι εξορύξεις, με προσδοκίες για δισεκατομμύρια κερδών και χιλιάδες θέσεις εργασίας, αλλά… το περιβαλλοντικό αποτύπωμα; Η συζήτηση για τον ορυκτό πλούτο στην Ελλάδα επέστρεψε δυναμικά, όχι ως τεχνικό ζήτημα, αλλά ως πεδίο όπου διασταυρώνονται οικονομικές προσδοκίες, γεωπολιτικές εξαρτήσεις και παλιές άλυτες αντιφάσεις.
Αν κάτι προκύπτει απ’ όσα ειπώθηκαν στην επιστημονική ημερίδα που διοργανώθηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από την Ελληνική Γεωλογική Εταιρεία, για τις κρίσιμες και στρατηγικές ορυκτές πρώτες ύλες, είναι ότι η χώρα φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε μια ευκαιρία που, όπως συχνά στο παρελθόν, ίσως υπερεκτιμά ή δεν είναι έτοιμη να διαχειριστεί.
Οι εναλλακτικές
Μια σειρά διακεκριμένων ομιλητών στο αντικείμενό τους αναφέρθηκαν σε «προστιθέμενη αξία 5 έως 7 δισ. ευρώ την επόμενη δεκαετία (ΙΟΒΕ 2023)» και εκτίμησαν ότι από τη δραστηριότητα αυτή θα δημιουργηθούν 3.000 έως 5.000 άμεσες και 15.000 έως 20.000 έμμεσες θέσεις εργασίας, κυρίως υψηλής εξειδίκευσης και τεχνικού χαρακτήρα, καθώς η ζήτηση για κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες σε επίπεδο Ε.Ε. προβλέπεται να αυξηθεί κατά 400% για το λίθιο και 200% για σπάνιες γαίες έως το 2030.
Ο Νίκος Κούκουζας, διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΕΤΑ και πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής Γεωλογίας, Ορυκτολογίας και Γεωχημείας της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας, περιέγραψε μια εικόνα σχεδόν αισιόδοξη. Τόνισε πως η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ορυκτό πλούτο, από βωξίτη και γάλλιο μέχρι κρίσιμες πρώτες ύλες που σχετίζονται με την πράσινη ενέργεια και τις ψηφιακές τεχνολογίες.
Το επιχείρημα είναι γνώριμο. Σ’ έναν κόσμο που απομακρύνεται από τα ορυκτά καύσιμα και στρέφεται σε τεχνολογίες αιχμής, τα μέταλλα αποκτούν νέα στρατηγική αξία. Η Ευρώπη, εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα, αναζητά εναλλακτικές. Και η Ελλάδα, γεωγραφικά και γεωλογικά, μοιάζει να έχει θέση σε αυτό το νέο παζλ.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή συνοδεύεται από μια κρίσιμη παραδοχή. «Χρειάζεται περισσότερη έρευνα». Μια φράση που επαναλαμβάνεται από σχεδόν όλους τους ομιλητές και λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπόσχεση και ως υπεκφυγή. Διότι αν ο πλούτος είναι ακόμη υπό διερεύνηση, τότε και τα οφέλη που προβάλλονται (δισεκατομμύρια ευρώ και χιλιάδες θέσεις εργασίας) παραμένουν, στην καλύτερη περίπτωση, εκτιμήσεις.
Σε αυτό το σημείο, η παρέμβαση του Πέτρου Πετρούνια, διδάσκοντος του Τμήματος Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών με γνωστικό αντικείμενο τα ορυκτά και τα πετρώματα, μετατοπίζει τη συζήτηση σε μια λιγότερο «εντυπωσιακή» αλλά ίσως πιο ρεαλιστική κατεύθυνση. Την ανάκτηση πόρων από απόβλητα και εγκαταλελειμμένα ορυχεία.
Η αναφορά του στα μεταλλεία της Κίρκης, όπου στείρα υλικά περιέχουν πολύτιμα μέταλλα όπως το ίνδιο, φωτίζει μια διαφορετική διάσταση: πως ο «νέος» ορυκτός πλούτος μπορεί να βρίσκεται ήδη στα απόβλητα του παρελθόντος. Αλλά κι εδώ προκύπτει ένα ερώτημα: Αν αυτά τα υλικά ήταν επί δεκαετίες αδιάφορα, τι έχει αλλάξει ώστε να καθίσταται πλέον βιώσιμη η αξιοποίησή τους;

Η αντίφαση
Από την πλευρά του, ο δρ Κωνσταντίνος Λασκαρίδης, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ορυκτών Πόρων και Μεταλλευτικής της Εθνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, επιχείρησε να δώσει μια πιο θεσμική απάντηση, παρουσιάζοντας το ευρωπαϊκό πλαίσιο και την εθνική στρατηγική.
Οι στόχοι είναι σαφείς. Περισσότερη εξόρυξη εντός Ευρώπης, αύξηση της ανακύκλωσης, περιορισμός της εξάρτησης από τρίτες χώρες. Ομως, η ίδια του η παραδοχή ότι η εξορυκτική δραστηριότητα «είχε παραμεληθεί» και «τη διώξαμε μακριά» αποκαλύπτει το βάθος του προβλήματος. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική υστέρηση, αλλά για κοινωνική και πολιτική απροθυμία, μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει εύκολα με στρατηγικά σχέδια.
Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Η Ευρώπη και η Ελλάδα αναγνωρίζουν την ανάγκη για ορυκτές πρώτες ύλες, οι τοπικές κοινωνίες όμως συχνά αντιδρούν στην εξόρυξη και όχι αδικαιολόγητα. Η εμπειρία από περιοχές όπως η Χαλκιδική δεν αναφέρθηκε εκτενώς, αλλά αιωρείται στο υπόβαθρο της συζήτησης. Πώς θα γεφυρωθεί αυτό το χάσμα; Η ημερίδα δεν έδωσε σαφή απάντηση…
Πιο άμεσος ήταν ο καθηγητής Κοιτασματολογίας και Γεωχημείας στο Τμήμα Γεωλογίας του ΑΠΘ, Βασίλης Μέλφος. «Αυτό που λείπει είναι οι μεταλλευτικές έρευνες». Η επισήμανση αυτή, αν και τεχνική, υποδηλώνει κάτι βαθύτερο, ότι η χώρα δεν γνωρίζει ακόμη με ακρίβεια τι διαθέτει. Σημείωσε πάντως ότι στη Βόρεια Ελλάδα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε δύο περιοχές, στη Θράκη και στα όρια Θεσσαλονίκης-Κιλκίς (γεωλογική ενότητα Βερτίσκου), που έχουν δυναμική στα κοιτάσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δρ Χρήστος Στεργίου του τμήματος και συνεργαζόμενος ερευνητής του ΕΚΕΤΑ, αναφέρθηκε στην έρευνα που γίνεται σε μια ζώνη ενδιαφέροντος η οποία ξεκινά από τη Σερβία, συνεχίζεται στη Βόρεια Μακεδονία και καταλήγει στη Χαλκιδική.
«Γίνεται έρευνα για την περιεκτικότητα των πετρωμάτων στην περιοχή που είναι γνωστή από την αρχαιότητα για το δυναμικό στα βασικά και πολύτιμα μέταλλα», είπε διευκρινίζοντας ότι οι έρευνες στρέφονται σε κοβάλτιο, τελλούριο και νικέλιο.
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική διάσταση που ανέδειξαν ο Νίκος Αρβανιτίδης, δρ Οικονομικής Γεωλογίας, και η υποψήφια διδάκτορας του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ, Μαργαρίτα Μέλφου, μετατόπισαν τη συζήτηση σε ένα ακόμη πιο σύνθετο επίπεδο.
Η αξιοποίηση
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες δεν είναι απλώς οικονομικοί πόροι αλλά εργαλεία ισχύος! Σ έναν κόσμο όπου η ενεργειακή μετάβαση, η τεχνολογία και η άμυνα εξαρτώνται από συγκεκριμένα μέταλλα, ο έλεγχος αυτών των πόρων αποκτά στρατηγική σημασία. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η είσοδος της Ελλάδας σε αυτό το πεδίο δεν θα είναι ουδέτερη…
Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν η Ελλάδα διαθέτει ορυκτό πλούτο. Είναι αν διαθέτει το πλαίσιο, επιστημονικό, πολιτικό και κυρίως κοινωνικό, για να τον αξιοποιήσει χωρίς να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος. Και σε αυτό το ερώτημα, οι απαντήσεις είναι λιγότερο πειστικές από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν.
