Όλο και συχνότερο φαινόμενο τα νομικά αντίποινα σε βάρος θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας με «όπλο» την ψευδοθεωρία της γονεϊκής αποξένωσης, που στην Ελλάδα προωθείται από τον νόμο Τσιάρα και σε πολλές χώρες της Ευρώπης προκαλεί βαθιά ανησυχία, γιατί οδηγεί σωρηδόν σε δικαστικές αποφάσεις ενάντια στην ασφάλεια γυναικών και παιδιών.
«Εκείνη τη νύχτα συνειδητοποίησα ότι είχε σχεδιάσει τα πάντα για να με σκοτώσει ή να μου κάνει κάτι πολύ κακό» λέει στην El Confidencial η Μαρία, Ισπανίδα που ζει στην Ιρλανδία. «Η συναισθηματική κακοποίηση και η χειριστική του συμπεριφορά δεν μου άφησαν άλλη επιλογή» δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η Κατερίνα στην Ελλάδα.
Τι ενώνει τις δύο γυναίκες από τη μία άκρη της Ευρώπης στην άλλη; Βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη βία, που γεννά η έλλειψη συστημάτων προστασίας ανηλίκων, ακόμα και σε περιπτώσεις, που έχουν υποστεί κακοποίηση. Και στις δύο χώρες οι δικαστικές αρχές διατάσσουν συχνά την απομάκρυνση παιδιών από τις μητέρες τους, υποστηρίζοντας ότι τα αποξενώνουν από τους πατέρες, χωρίς να ακολουθούν επιστημονικά κριτήρια αλλά χρονοβόρες, αναποτελεσματικές, οικονομικά δαπανηρές αλλά και κακοποιητικές διαδικασίες.

«Λέει συνεχώς ότι θέλει να πεθάνει αλλά κανείς δεν την ακούει»
Η Μαρία* αγωνίζεται για την επιμέλεια της κόρης της σε ένα σύστημα, που περιγράφει «διεφθαρμένο, γεμάτο κακοποίηση και μίσος προς τις γυναίκες». Όλα ξεκίνησαν όταν κατήγγειλε τον σύντροφό της για σωματική, σεξουαλική και ψυχική κακοποίηση. Εκείνη βρήκε καταφύγιο σε δομή φιλοξενίας για κακοποιημένες γυναίκες. Εκείνος ζήτησε την πλήρη επιμέλεια της κόρης τους, «ισχυριζόμενος ότι ήμουν τρελή».
Το δικαστήριο αποφάσισε συνεπιμέλεια και απαγόρευσε στη μητέρα να φύγει από τη χώρα με το παιδί χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η ίδια σημειώνει ότι ο πατέρας έκλεψε το διαβατήριό της και το διαβατήριο του παιδιού, αλλά η αστυνομία δεν έκανε τίποτα. «Μου αρνήθηκαν κάθε προστασία, ακόμα και βλέποντας την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, και μου αρνήθηκαν διερμηνέα στο δικαστήριο, ενώ μιλούσα ελάχιστα αγγλικά».
«Η κόρη μου πάντα έλεγε ότι δεν ήθελε να πάει με τον πατέρα της αναφέροντας σε αρκετές περιπτώσεις σωματική και συναισθηματική κακοποίηση. Όμως, οι αρχές αγνόησαν τα λόγια της και τα αποδεικτικά στοιχεία όλα αυτά τα χρόνια» τονίζει η Μαρία επισημαίνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν αναφορές από επαγγελματίες, μάρτυρες, ιατρικά έγγραφα, ηχογραφήσεις, μηνύματα, «που δείχνουν τα βάσανα της κόρης μου και την επιβλαβή συμπεριφορά του πατέρα της».
Ωστόσο, «το δικαστήριο και ο εμπειρογνώμονας που όρισε απέρριψαν τα πάντα και με κατηγόρησαν για κάτι που δεν έκανα: γονεϊκή αποξένωση». Μέχρι σήμερα το παιδί ζει μαζί της, δεδομένου ότι είναι η «κύρια φροντίστριά του». Έχει ζητήσει να αλλάξει το πρόγραμμα επισκέψεων, ώστε να μην χρειάζεται να βλέπει τον θύτη της κάθε φορά, «αλλά αυτός αρνείται».
Η κόρη τους πάσχει από άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης. «Λέει συνεχώς ότι θέλει να πεθάνει», τονίζει η μητέρα. Λέει ότι η κόρη της έχει ζητήσει επανειλημμένα να μην βλέπει τον πατέρα της, «αλλά κανείς δεν την ακούει». Το δικαστικό σύστημα υποστηρίζει ότι «χρειάζεται επαφή και με τους δύο γονείς».

«Έχει μετατρέψει το παιδί σε εργαλείο διαμάχης»
Για το παρόν και το μέλλον του γιου της φοβάται η Κατερίνα*, που δηλώνει θύμα ψυχολογικής βίας από έναν σύζυγο, «ο οποίος μετατρέψει το παιδί σε εργαλείο της διαμάχης του μαζί μου διαταράζοντας την καθημερινότητά του, την ψυχοσύνθεση και τη συναισθηματική του κατάσταση». «Δεν μπορούσα να φανταστώ το μέγεθος της υποκρισίας του αλλά και τον δικαστικό Γολγοθά, που θα ανέβαινα. Δεν υπάρχει καμία βοήθεια για τα παιδιά και τις μητέρες» αναφέρει μετά από έναν χρόνο δικαστηρίων με ανταλλαγές αγωγών και αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.
»Όταν η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου του ζήτησα διαζύγιο και από τότε τα πράγματα επιδεινώθηκαν. Και πάλι δεν θα έμπαινα στην ατραπό των δικαστηρίων και πάλι λόγω του πολέμου τους απέναντι στα θύματα, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Εκείνος δεν έχει σταματήσει τις δικαστικές ενέργειες».
Όπως αναφέρει η Κατερίνα, στην αρχή προσπάθησε να την μεταπείσει «με κάθε τρόπο χρησιμοποιώντας τον γιο μας. «Κλείνω τα μάτια μου και το βλέπω παντού. Δεν μπορείς να μου στερήσεις το παιδί» έλεγε, παρόλο που ως πατέρας ήταν εντελώς απών από το μεγάλωμά του. Στη συνέχεια με εκφόβιζε ότι θα μου τον πάρει λόγω «εγκατάλειψης συζυγικής σχέσης», αν τολμούσα να φύγω.
»Όταν τελικά το έκανα, προσπάθησε να εμφανίσει τον εαυτό του ως θύμα. Άπειρες απειλές με τηλέφωνα και sms. Eπιθετική στάση εναντίον μου, ακόμα και μπροστά στο γιο μας, αδιαφορώντας για τα οδυνηρά βιώματα, που προκαλεί σε ένα παιδί που αδυνατεί να κατανοήσει τι συμβαίνει στην ηλικία που είναι με ό,τι αυτό συνεπάγεται».

«Ό,τι υπάρχει πρέπει να διαλυθεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή»
Ένα άλλο, αδιανόητο, περιστατικό, συμπυκνώνει όλες τις νέες και παλιές παθογένειες των προβλεπόμενων διαδικασιών στη χώρα μας: δικαστές εκπαιδευμένοι στη χρήση της ψευδοθεωρίας της «αποξένωσης» βάσει του νόμου Τσιάρα, φορείς παιδικής προστασίας χωρίς εξειδικευμένη κατάρτιση κι ένα σύστημα χωρίς πρωτόκολλο, το οποίο εκθέτει όλο και περισσότερο τα παιδιά στον κίνδυνο κακοποίησης, αν και μόνο ένα αναφερόμενο περιστατικό αρκεί, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, για να μην πέσουν ξανά στα χέρια τους.
«Έχουμε παιδιά τα οποία είχαν καταγγείλει τον πατέρα τους για σεξουαλική κακοποίηση. Η καταγγελία αρχειοθετήθηκε με πλημμελή διερεύνηση. Ο πατέρας στράφηκε στα αστικά δικαστήρια, διεκδικώντας την επιμέλεια. Το δικαστήριο του την έδωσε, ασκήθηκε έφεση και σε αυτή τη διαδρομή η εισαγγελία ανηλίκων διέταξε τη μητέρα να παραδώσει τα παιδιά σε δημόσιο παιδιατρικό νοσοκομείο. Από εκεί μέσα τα παιδιά παραδόθηκαν στον πατέρα τους. Τα παιδιά να ουρλιάζουν στην εισαγγελία ανηλίκων. Οπότε η μητέρα καλείται να τα δώσει σε έναν αστυνομικό με πολιτικά από το “Προστασίας Ανηλίκων” και μία κοινωνική λειτουργό από την Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων, λέγοντας στα παιδιά ότι είναι για λίγο και ότι θα ξαναγυρίσουν στη μάνα τους. Αναγκάζεται να πει ψέματα. Κανείς δεν είχε πει ότι θα της πάρουν τα παιδιά» μεταφέρει η δημοσιογράφος και μέλος της ερευνητικής ομάδας The Manifold, Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου, που έχει ερευνήσει επί σειρά ετών το ζήτημα.
«Όταν έχεις πραγματογνώμονες που πληρώνονται, όταν έχεις την εταιρεία προστασίας ανηλίκων να μιλάει για “γονεϊκή αποξένωση”, τι μπορείς να περιμένεις από εκεί πέρα;» διερωτάται κάνοντας λόγο υπηρεσίες οι οποίες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. «Σύστημα παιδικής προστασίας δεν δημιουργήθηκε στη χώρα μας ποτέ. Ό,τι υπάρχει αυτή τη στιγμή πρέπει να διαλυθεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Η προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού είναι ένα πλέγμα. Δεν είναι μόνο το δικαστικό σώμα, δεν είναι μόνο οι κοινωνικές υπηρεσίες. Δεν είναι μόνο το σχολείο, οι εκπαιδευτικοί, οι προπονητές. Αυτά θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να συνομιλούν».

«Θεωρώ πάρα πολύ σκληρό μέσα από αυτό που εμείς οι ενήλικες ονομάζουμε σύστημα παιδικής προστασίας να τιμωρούμε και να βασανίζουμε παιδιά και να τα κάνουμε να χάνουν την πίστη τους στο σύστημα και μετά να κάνουμε πρώτο θέμα την αύξηση της ανήλικης βίας. Τι μήνυμα περνάμε σ’ αυτά τα παιδιά, όταν κάνουν κάτι τόσο γενναίο όσο είναι το να καταγγείλουν τον ίδιο τους τον πατέρα. Πόσο θάρρος χρειάζεται να επιστρατεύσουν για να το κάνουν αυτό και να βρεθούν απέναντι σε άγνωστους ενήλικες να το επαναλάβουν ξανά και ξανά. Και τελικά να πρέπει να γυρίσει μια μαμά πίσω να πει “δεν μας πίστεψαν, δεν σε πίστεψαν, δεν με πίστεψαν”. Και όχι απλώς δεν σε πίστεψαν, σε τιμωρούν και σε στέλνουν σε αυτόν που καταγγέλλεις. Κι αν δεν πας, εγώ θα συλληφθώ» προσθέτει.
Στην ερώτησή μας για την αντιδεοντολογική μετάδοση υποθέσεων παιδικής κακοποίησης από κυρίαρχα ΜΜΕ η κ. Αλεβιζοπούλου σχολιάζει πως «ένας κώδικας δεοντολογίας θεωρητικά μας δεσμεύει όλες και όλους αλλά αρκετές και αρκετοί καταπατούν καθημερινά χωρίς καμία κύρωση στην πραγματικότητα».
Ως πότε χωρίς ΤΑΞΙ;
Τυποποιημένες διαδικασίες διατομεακής Ανταπόκρισης με αΞιολόγηση και διαχείριση κΙνδύνου (ΤΑΞΙ) προτείνει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας, προκειμένου να αντιστραφεί το φαινόμενο αύξησης των περιστατικών, που συχνά αφορούν καταγγελίες για σεξουαλικό αδίκημα αλλά αρχειοθετούνται. Η διατομεακή αντιμετώπιση με κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ψυχικής υγείας, που συνδέονται με τα δικαστήρια και συνεργάζονται με καθορισμένες διαδικασίες είναι ο μόνος τρόπος για να υλοποιηθούν αυτά που ζητάει η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και άλλες συμβάσεις, όπως η Σύμβαση για την προστασία του παιδιού, μάς εξηγεί η δρ. Κική Πετρουλάκη, ψυχολόγος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικτύου.
«Σε άλλες χώρες το Σπίτι του Παιδιού είναι η πρώτη δομή στην οποία μπορεί να παραπέμψει οποιοδήποτε απευθείας. Εμπλέκεται και η αστυνομία, αλλά ενδεχομένως σε μεταγενέστερο χρόνο. Αυτό γίνεται διερευνητικά. Δηλαδή, και μόνο στην υποψία ότι ένα παιδί κινδυνεύει, λαμβάνεται κατάθεση με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του παιδιού και με πολύ υψηλή εξειδίκευση. Μετά όλες οι δυνατές εξετάσεις, ευρήματα ιατροδικαστικά θα συνδεθούν, θα είναι στον ίδιο φάκελο και θα καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα, το οποίο βγάζουν οι αρχές» τονίζει η κ. Πετρουλάκη.
Και σε αυτό το σημείο συμπληρώνει: «Απομακρύνεις την επόμενη ώρα το μέλος της οικογένειας που υποψιάζεσαι, όχι μετά από έξι μήνες. Υποστηρίζεις την υπόλοιπη η οικογένεια, διερευνάς ταχύτατα τι έχει συμβεί στο παιδί και μετά παίρνεις μέτρα προστασίας. Οι περισσότερες χώρες, όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Αυστρία, εφαρμόζουν τέτοιες διαδικασίες. Σε άλλες χώρες υπάρχει εποπτεία του ατόμου και αν κλιμακωθεί η επικινδυνότητα λαμβάνονται εγκαίρως μέτρα».

Όπως επισημαίνει η ίδια, στη χώρα μας οι δομές “Σπίτι του Παιδιού” είναι τόσο λίγες και τόσο υποστελεχωμένες, που δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε κάτι τέτοιο. «Εδώ οι αρχές δεν είναι καν ικανές να διαπιστώσουν αν έχει διαπραχθεί το αδίκημα, ενώ είναι δική τους δουλειά. Δεν είναι της μητέρας που το υποψιάστηκε ή ενός τετράχρονου παιδιού, που το είπε. Βάζουν τις υποθέσεις στο αρχείο, παίρνουν τα παιδιά από τον ασφαλή γονέα και τα δίνουν στον καταγγελθέντα ως δράστη. Κι όσο περισσότερο αντιλαμβάνονται οι δράστες ενδοικογενειακής βίας ότι δεν υπάρχει καμία συνέπεια, ότι έχουν εγκλωβίσει την μητέρα και είναι υπό τον έλεγχο τους, ακόμη και δια νόμου όπως συμβαίνει όταν έχουν παιδιά μαζί της, τόσο χειρότεροι γίνονται, τόσο αυξάνεται η επικινδυνότητά τους.
»Είναι προφανές ότι αυτό το σύστημα έχει φοβερές επιπτώσεις στα θύματα: τη δευτερογενή θυματοποίηση, το φόβο, τις διάφορες συναισθηματικές επιπτώσεις από εξάντληση μέχρι ενοχές των παιδιών, μέχρι και να θεωρούν ότι η κακοποίηση δεν είναι κάτι κακό» εξηγεί η Πετρουλάκη φέρνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την υπόθεση κατά την οποία επετράπη σε πατέρα να προσεγγίζει τη μητέρα αναφορικά με την επικοινωνία για την επιμέλεια των παιδιών. «Αυτό το έχουμε δει ξανά και ξανά στα ασφαλιστικά μέτρα, αλλά τώρα το είδαμε και σε περιοριστικούς όρους ποινικού δικαστηρίου. Αντιλαμβανόμαστε πλέον ότι είναι σαν να μην έχουν διέξοδο οι δικαστές. Γιατί όταν το δικαστήριο αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς περιοριστικούς όρους και στο τέλος αναγκάζεται να υποχωρήσει στην απαίτηση “πώς θα βλέπει τα παιδιά του” καταλαβαίνεις ότι κάτι πάει πάρα πολύ στραβά».
«Κάρτα» από την GREVIO για την ψευδοθεωρία
Η Ελλάδα δεν έχει συμμορφωθεί προς τον παρόν με τις ιδιαίτερα αυστηρές, επείγουσες και κατεπείγουσες, συστάσεις της GREVIO, της αρμόδιας ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επιτηρεί το κατά πόσο τα κράτη-μέλη τηρούν τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και επικρίνει τις τροποποιήσεις του Αστικού Κώδικα από τον νόμο Τσιάρα, που ψηφίστηκε το 2021 κόντρα στις προειδοποιήσεις της ίδιας της Επιτροπής, ειδικών και του φεμινιστικού κινήματος.
Στην τελευταία έκθεση αξιολόγησης τον Νοέμβριο του 2023 η GREVIO ζητά, μεταξύ άλλων, την ευαισθητοποίηση των δικαστών και άλλων αρμόδιων επαγγελματιών σχετικά με την έλλειψη επιστημονικής βάσης της «γονεϊκής αποξένωσης» και τον τερματισμό της πρακτικής να αφαιρούνται παιδιά από μη βίαιους γονείς με αυτή την αιτιολογία, όπως επίσης τη λήψη μέτρων για το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα του δικαστικού σώματος φαίνεται να θεωρεί το δικαίωμα του πατέρα να βλέπει το παιδί ανώτερο του δικαιώματος των γυναικών και των ανηλίκων να είναι ασφαλείς.
Σε γενικές εκθέσεις η GREVIO υπογραμμίζει επανειλημμένα ότι η μη αναγνωρισμένη θεωρία της «γονικής αποξένωσης» δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και εκφράζει την ανησυχία για τη χρήση της σε αρκετές χώρες, ως απάντηση σε καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία σε βάρος της αξιολόγησης των κινδύνων, στηρίζοντας την απαγόρευση της χρήσης της στο πλαίσιο μέτρων προστασίας από πρακτικές ενάντια στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Στην Ιρλανδία η Επιτροπή παρατήρησε την ίδια χρονιά την προβληματική χρήση της αβάσιμης έννοιας, την ανεπαρκή κατάρτιση των δικαστών σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας και των εμπειρογνωμόνων, που συμμετέχουν στα δικαστήρια, εκφράζοντας την ανησυχία για αναφορές ότι ο μη βίαιος γονέας να κινδυνεύει να χάσει την επιμέλεια.
Στο Βέλγιο διαπιστώθηκε πως η προβληματική έννοια συχνά επικαλείται για να ελαχιστοποιηθεί ή ακόμη να αγνοηθεί η βία κατά των γυναικών κατά τη διάρκεια διαδικασιών για αποφάσεις περί δικαιωμάτων επιμέλειας και επίσκεψης.
Για τη Γαλλία σημειώνεται ότι οι αναφορές περί «αποξένωσης από τον γονέα» σε τέτοιες διαδικασίες ενδέχεται να αποσπάσουν την προσοχή από την ενδοοικογενειακή βία και να υπονομεύσουν την ασφάλεια των γυναικών και των παιδιών.
Η GREVIO εκφράζει σοβαρό προβληματισμό για τη συνεχιζόμενη χρήση της έννοιας σε διαδικασίες οικογενειακού δικαίου, που αφορούν καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας, και σε άλλα κράτη-μέλη, όπως η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και η Κροατία τονίζοντας ότι οι αρμόδιοι επαγγελματίες πρέπει να είναι ενήμεροι για το γεγονός ότι η θεωρία στερείται οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης.
*Τα ονόματα των γυναικών έχουν αλλάξει για λόγους προστασίας και βρίσκονται στη διάθεση της Εφ.Συν.
► Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκε η Lola García-Ajofrín (El Confidencial – Ισπανία).

