Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην Αθήνα της πυκνής δόμησης, η μοναξιά δεν κατοικεί στην απόσταση, αλλά στην υπερβολική εγγύτητα. Δεν είναι αποτέλεσμα επιλογής, αλλά προϊόν μιας πόλης που σχεδιάστηκε χωρίς να υπολογίσει τη φθορά του χρόνου και τους ανθρώπους που μένουν πίσω. Είναι μια μοναξιά που τη συναντάς ανεβαίνοντας στενές σκάλες πολυκατοικιών, πίσω από πόρτες που δεν ανοίγουν πια συχνά, λίγα μόλις μέτρα από τον διπλανό, σε γειτονιές που χάνουν τη φυσιογνωμία τους και έχουν ήδη μετατραπεί σε τουριστικά καταλύματα ολιγοήμερης διαμονής, θυμίζοντας περισσότερο χώρους διέλευσης παρά τόπους ζωής. Είναι μια μοναξιά που αναπνέει λίγα μόλις μέτρα μακριά από τον διπλανό, χωρισμένη από μεσοτοιχίες που δονούνται από τη ζωή των άλλων, αλλά παραμένουν ερμητικά βουβές.

Στον Βύρωνα, μια γειτονιά που ακόμα παλεύει να κρατήσει τα υπολείμματα της παλιάς κοινότητας, και στο Παγκράτι, το επίκεντρο μιας βίαιης τουριστικής μεταμόρφωσης, αναζητήσαμε και συναντήσαμε ηλικιωμένες γυναίκες που ζουν μόνες. Καθίσαμε στα σπίτια τους, ακούσαμε τους ήχους της πόλης από μέσα προς τα έξω και είδαμε πώς η καθημερινότητα μετατρέπεται σε μια αθόρυβη πολιορκία. Ενώ οι δρόμοι έξω γεμίζουν με βαλίτσες, στυλιζαρισμένα καφέ και την παγωμένη ανωνυμία των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η κυρία Λαμπρινή και η κυρία Αθηνά, άγνωστες μεταξύ τους, παραμένουν στα διαμερίσματά τους –εκεί όπου κάποτε μεγάλωσαν οικογένειες– βιώνοντας την πόλη μέσα από ήχους, αντικείμενα και φως που τρυπώνει από τις γρίλιες.

Η κουζίνα είναι ζεστή, το ραδιόφωνο παίζει χαμηλά. Η κ. Λαμπρινή μιλάει χωρίς να το κλείσει. Είναι το αντικείμενο του σπιτιού που όπως μας λέει τη συνδέει περισσότερο από κάθε άλλο με τον έξω κόσμο.

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

«Είναι από τα παλιά, με τα κουμπιά, αλλά είναι η καθημερινή μου συντροφιά. Το έχω ανοιχτό από το πρωί μέχρι το βράδυ στο Τρίτο Πρόγραμμα. Δεν είναι μόνο η μουσική, είναι οι φωνές των εκφωνητών. Νιώθω ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν καλά ελληνικά, που σκέφτονται, που μοιράζονται κάτι μαζί μου. Όταν το κλείνω για να κοιμηθώ, το σπίτι μού φαίνεται ξαφνικά τεράστιο και άδειο». Για την κ. Αθηνά στο Παγκράτι το δικό της παράθυρο στον κόσμο, όπως μας λέει, είναι το μικρό ματάκι της εξωτερικής πόρτας. Σηκώνεται αργά, πηγαίνει στην πόρτα και κοιτάζει πριν απαντήσει. «Αυτό είναι το δικό μου παράθυρο στον κόσμο. Ακούω βήματα στο κεφαλόσκαλο, ακούω το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει συνέχεια –το Παγκράτι δεν κοιμάται ποτέ πια– και πηγαίνω στην πόρτα. Κοιτάζω από την τρύπα. Βλέπω πλάτες, βαλίτσες, νέους ανθρώπους που μιλούν σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Είναι η μόνη μου σύνδεση με την πραγματικότητα: η πόλη αλλάζει κι εγώ την κοιτάζω κρυφά από μια τρύπα».

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

Δεν ήταν πάντα μόνες. Αλλά πια ο ζωτικός τους χώρος μοιάζει να έχει αλλάξει. Κάποια δωμάτια παραμένουν κλειστά, τα παντζούρια μοιάζουν σαν να μην έχουν ανοίξει εδώ και καιρό. «Το σπίτι έχει “μαζευτεί” σε πέντε τετραγωνικά. Η τραπεζαρία είναι πια ένα μουσείο με σεμέν και παλιές φωτογραφίες. Έχω να ανοίξω το φύλλο της από όταν πέθανε ο άντρας μου. Ζω στην κουζίνα. Εκεί τρώω, εκεί διαβάζω, εκεί έχω το κρεβάτι της ημέρας. Τα άλλα δωμάτια είναι πια αποθήκες για αναμνήσεις με σκόνη» λέει η κ. Λαμπρινή.  Ακούγεται ο ήχος από το ψυγείο της. «Είναι ένας ήχος που με καθησυχάζει, μου λέει ότι το σπίτι είναι ακόμα “ζωντανό”. Και μετά, ακούω την απόλυτη ησυχία του Βύρωνα. Μερικές φορές ακούω μηχανές. Μου θυμίζει ότι η ζωή συνεχίζεται εκεί έξω με ταχύτητα».

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

«Κάποτε αυτό το σπίτι “βούιζε” από παιδιά. Τώρα, το δωμάτιο της κόρης μου είναι το μέρος που απλώς σιδερώνω. Η ζωή μου ακολουθεί το φως του ήλιου. Το πρωί στο μπαλκόνι, το μεσημέρι στην κουζίνα, το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Τα δωμάτια δεν είναι πια χώροι διαβίωσης, είναι σταθμοί αναμονής μέχρι να περάσει η ώρα» συμπληρώνει η κ. Αθηνά.

Αν στον Βύρωνα επιβιώνουν ακόμη ίχνη γειτονιάς, στο Παγκράτι η αίσθηση του μόνιμου κατοίκου υποχωρεί γρήγορα μπροστά στην τουριστική χρήση της πόλης. «Τα ροδάκια από τις βαλίτσες στο πλακόστρωτο. Γκρρρ-γκρρρ-γκρρρ. Είναι ο ήχος του Airbnb. Κάθε βράδυ κάποιος έρχεται, κάποιος φεύγει. Ακούω τις φωνές τους στο διπλανό διαμέρισμα, τους τοίχους που τρίζουν από τη μουσική τους. Είναι τρομερό να ζεις σε μια πολυκατοικία γεμάτη κόσμο και να ακούς μόνο ξένους. Είναι η πιο θορυβώδης μοναξιά που μπορείς να φανταστείς. Οι γείτονες δίπλα αλλάζουν κάθε εβδομάδα, είναι τουρίστες. Στην απέναντι πολυκατοικία, οι άνθρωποι που ήξερα έχουν φύγει ή έχουν πεθάνει. Αν δεν βγω, το μόνο που θα συσσωρευτεί είναι τα διαφημιστικά στην εξώπορτα. Τα μαγαζιά που ήξερα –το ψιλικατζίδικο, το ραφτάδικο– πουλάνε καφέ».

Μιλήσαμε με πολλούς ηλικιωμένους σε αυτές τις περιοχές του κέντρου. Όλοι τους σχεδόν μας είπαν πως η πόλη πια τούς απωθεί. Και αυτό που τους ενοχλεί περισσότερο δεν είναι τόσο οι τουρίστες, όσο το δομημένο περιβάλλον και ο δημόσιος χώρος. «Τα πεζοδρόμια είναι παγίδες. Παγκάκια δεν έχει να ακουμπήσεις για λίγο» λέει θυμωμένα η κα Λαμπρινή.

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

Το κόστος της μοναξιάς

Η αυξημένη μοναξιά των ηλικιωμένων στην Αθήνα δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντίθετα, λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ευρωπαϊκής πραγματικότητας που βαθαίνει όσο οι πόλεις αλλάζουν ρόλο και πληθυσμό. Από τον Νότο έως τον Βορρά, η γήρανση του πληθυσμού, η αποδιάρθρωση των κοινοτήτων και η αποδυνάμωση των άτυπων δικτύων φροντίδας συνθέτουν ένα κοινό τοπίο.

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

Στην Ισπανία, τα τελευταία στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (INE) καταγράφουν μια κοινωνία σε επιταχυνόμενη δημογραφική μετάβαση. Η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στις πιο «γερασμένες» της Ευρώπης. Οι ηλικιωμένοι αυξάνονται αλλά συχνά χωρίς τα κοινωνικά στηρίγματα που υπήρχαν στο παρελθόν. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα αυτής της μεταβολής είναι οι λεγόμενοι Centenarios, οι άνθρωποι που έχουν ξεπεράσει τα 100 χρόνια ζωής. Σήμερα, περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι στην Ισπανία ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, αριθμός-ρεκόρ που αποδίδεται στη βελτίωση των συνθηκών υγείας και της ιατρικής φροντίδας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη «νίκη» κρύβεται μια κοινωνική ανισορροπία: σχεδόν 14.000 από αυτούς είναι γυναίκες, οι οποίες ζουν μόνες Όπως και στην Αθήνα, πρόκειται για ανθρώπους που παραμένουν στις ίδιες γειτονιές, ενώ γύρω τους τα πάμ90ντα έχουν αλλάξει.

Από το Παγκράτι στη Γαλικία

Σε περιοχές όπως η Γαλικία και η Αστούριας, το φαινόμενο παίρνει διαστάσεις «γεροντοκρατίας». Η φυγή των νεότερων γενεών προς τα μεγάλα αστικά κέντρα έχει αφήσει πίσω της περιοχές όπου ο πληθυσμός είναι σχεδόν αποκλειστικά ηλικιωμένος. Εκεί, η μοναξιά δεν συνδέεται μόνο με την απώλεια οικογενειακών δεσμών, αλλά και με την πραγματική απουσία ανθρώπων. Χωριά και συνοικίες λειτουργούν με ελάχιστες υπηρεσίες, περιορισμένες μετακινήσεις και σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική ζωή. Η μοναξιά γίνεται, κυριολεκτικά, ο τελευταίος «μόνιμος κάτοικος».

Αυτό που αλλάζει ριζικά την ευρωπαϊκή συζήτηση είναι το γεγονός ότι η μοναξιά δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως κοινωνικό ή συναισθηματικό ζήτημα, αλλά ως παράγοντας με μετρήσιμες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και την οικονομία. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές μελέτες, η χρόνια κοινωνική απομόνωση αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο κατάθλιψης, άνοιας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και πρόωρης θνησιμότητας – επιβαρύνοντας τα ήδη πιεσμένα συστήματα υγείας.

Στην Κεντρική Ευρώπη, όπου οι άτυπες μορφές κοινωνικής φροντίδας έχουν υποχωρήσει νωρίτερα, οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Στην Αυστρία, περίπου 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μόνοι. Όπως επισημαίνει η εφημερίδα Der Standard, σε περιπτώσεις μοναχικών θανάτων, το κράτος αναλαμβάνει τόσο την κηδεία όσο και την εκποίηση της περιουσίας του θανόντος, καθώς δεν υπάρχουν συγγενείς ή κοινωνικά δίκτυα για να παρέμβουν. Η φροντίδα μετατρέπεται σε διοικητική διαδικασία, υποκαθιστώντας σχέσεις που κάποτε ανήκαν στη γειτονιά ή την οικογένεια.

Στην Ουγγαρία, το 45% των περίπου 600.000 ανθρώπων που ζουν μόνοι είναι άνω των 65 ετών. Όπως αποκαλύπτει το περιοδικό HVG, η αύξηση των μοναχικών θανάτων έχει οδηγήσει ακόμη και στη δημιουργία εξειδικευμένων εταιρειών «ακραίου καθαρισμού», οι οποίες καλούνται να αποκαταστήσουν διαμερίσματα όπου άνθρωποι εντοπίστηκαν εβδομάδες μετά τον θάνατό τους. Πρόκειται για μια ακραία, αλλά ενδεικτική εικόνα του τι συμβαίνει όταν η κοινωνική απομόνωση περνά απαρατήρητη.

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

Στη Γαλλία, το πρόβλημα έχει τεθεί ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο. Οργανώσεις όπως οι «Petits Frères des Pauvres» δεν περιορίζονται σε υλική βοήθεια, αλλά επικεντρώνονται στη διατήρηση της ανθρώπινης επαφής: επισκέψεις στο σπίτι, συνοδεία σε βόλτες, απλές συζητήσεις. Η στόχευση είναι σαφής: να προληφθεί η πλήρης αποσύνδεση πριν αυτή πάρει μη αναστρέψιμες διαστάσεις.

Την ίδια στιγμή, η γαλλική κοινή γνώμη έχει έρθει αντιμέτωπη με περιπτώσεις όπως αυτή που περιέγραψε η συγγραφέας Vanessa Springora, αναφερόμενη στο λεγόμενο «σύνδρομο του Διογένη». Η διαταραχή αυτή, που εμφανίζεται συχνότερα σε μοναχικούς ηλικιωμένους, εκδηλώνεται με εγκατάλειψη της προσωπικής φροντίδας και συσσώρευση αντικειμένων και απορριμμάτων στο σπίτι. Πίσω από τις εικόνες ακραίας παραμέλησης, οι ειδικοί εντοπίζουν μια κοινή αιτία: την πλήρη απουσία κοινωνικού δεσμού.

Το στοίχημα των Βρυξελλών: Πόλεις για όλες τις ηλικίες

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνει να έχει πλέον… ανακαλύψει τη μοναξιά. Όχι ως προσωπικό βίωμα, αλλά ως ζήτημα δημόσιας υγείας που, όταν αφεθεί χωρίς διαχείριση, κοστίζει.

Μέσα από την «Πράσινη Βίβλο για τη Γήρανση», η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι η κοινωνική απομόνωση λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής» ασθενειών. Η κατάθλιψη και τα καρδιαγγειακά νοσήματα που πυροδοτούνται από τη μοναξιά δεν επιβαρύνουν μόνο τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά και τα ίδια τα συστήματα υγείας, αυξάνοντας δραματικά το κόστος περίθαλψης.

Στο χαρτί, η απάντηση των Βρυξελλών ακούγεται πειστική. Οι πόλεις καλούνται να γίνουν «φιλικές προς την ηλικία» (Age-Friendly), μέσα από έναν πιο συμπεριληπτικό αστικό σχεδιασμό, o οποίος πρέπει να σταματήσει να αγνοεί τους ηλικιωμένους: από το ύψος των πεζοδρομίων και τον επαρκή φωτισμό μέχρι να υπάρχουν παγκάκια σε δημόσιους χώρους, η πόλη οφείλει να ενθαρρύνει τον ηλικιωμένο να βγει από το σπίτι. Στην πράξη, όμως, η μετάφραση αυτών των κατευθύνσεων σε καθημερινή εμπειρία παραμένει αργή και άνιση.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αναζητά λύσεις στο πρόβλημα της «κάθετης μοναξιάς» των πολυκατοικιών, όπου οι άνθρωποι ζουν ο ένας πάνω στον άλλον αλλά παραμένουν ξένοι. Η συζήτηση για την αστική ανάπλαση συνδέεται πλέον άμεσα με το «δημογραφικό κενό», με την Ε.Ε. να προωθεί καινοτόμα μοντέλα όπως το Co-housing (Συγκατοίκηση ηλικιωμένων). Πρόκειται για μια πρακτική που ξεκίνησε από τη Δανία και επιτρέπει σε ανθρώπους τρίτης ηλικίας να ζουν σε αυτόνομα διαμερίσματα, μοιραζόμενοι όμως κοινόχρηστους χώρους και δραστηριότητες, σπάζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο της απομόνωσης.

Σε μια εποχή που τα πάντα γίνονται μέσω εφαρμογών, η Ευρώπη πιέζει τα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τη «φυσική» παρουσία κρίσιμων υπηρεσιών, όπως οι τράπεζες και τα ταχυδρομεία. Η πλήρης ψηφιοποίηση, αν και αποδοτική, λειτουργεί ως «ψηφιακό τείχος» για ανθρώπους όπως η κυρία Λαμπρινή, αποκόπτοντάς τους από τη δημόσια ζωή και μετατρέποντας απλές καθημερινές συναλλαγές σε αξεπέραστα εμπόδια.

Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Lola García-Ajofrín (El Confidencial – Ισπανία), Magdalena Pötsch (Der Standard – Αυστρία), Monika Redzisz (Gazeta Wyborcza – Πολωνία) και Francesca Barca (Voxeurope – Γαλλία).