Νοέμβρης ’73: Καταγράψαμε τις μαρτυρίες ανθρώπων που η χούντα είχε συλλάβει, βασανίσει και φυλακίσει από το 1967 και οι οποίοι, αν και αμνηστευμένοι, ως «σταμπαρισμένοι» δεν μπορούσαν να συμμετέχουν από… μέσα στην εξέγερση, ήταν όμως απ’ έξω και να τι θυμούνται

Είναι ηλιόλουστες αυτές οι μέρες, όπως ακριβώς κι εκείνο το τριήμερο, 15-17 Νοεμβρίου 1973. Περνώντας χθες από το Πολυτεχνείο, ο δρόμος ακριβώς μπροστά ήταν γεμάτος με τραπεζάκια οργανώσεων, δεκάδες πάγκους με βιβλία, νεαρούς να μοιράζουν φυλλάδια, μετανάστες να πωλούν κόκκινα γαρίφαλα.
Απέναντι από την πεσμένη πύλη, γεμάτη από λουλούδια, συνεργεία τηλεόρασης. Χάνονταν οι σκέψεις σου μέσα στον τόσο χαμό, αλλά όχι και τα συναισθήματά σου.
Το Πολυτεχνείο μού φάνηκε μικρό, χωρίς να είναι, αλλά τα κάγκελα μπροστά του τεράστια (και πάλι χωρίς να είναι)… Πώς μπόρεσαν τα παιδιά αυτά να ανέβουν πάνω τους πριν από 42 χρόνια;
Πώς μπόρεσαν να τα λυγίσουν και με αυτά να αγκαλιάσουν έναν ολόκληρο λαό;
Δεν είναι ρητορικό, ούτε μεταφορικό το ερώτημα. Είναι αυτό που συνέβη.
Η πορεία των γεγονότων της τριήμερης εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν έχει ακόμη, παρά τη βιβλιογραφία και τις μαρτυρίες ένθεν κακείθεν, ταξινομηθεί πλήρως.
Υπάρχει η μνήμη «μέσα από τα κάγκελα», αλλά και η μνήμη έξω από αυτά, ακαταμάχητη και αχαρτογράφητη.
Τη μνήμη αυτή θελήσαμε να επαναφέρουμε, γι’ αυτό και συνομιλήσαμε με κάποιους από τους ανθρώπους έξω από το Πολυτεχνείο.
Νεαροί τότε, ήδη βασανισμένοι στην Ασφάλεια και φυλακισμένοι για χρόνια (τέσσερα ο ένας, πέντε ο άλλος, έξι… ), οι περισσότεροι μέλη της φοιτητικής αντιδικτατορικής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος», αλλά και στελέχη του παράνομου μηχανισμού της ΚΝΕ, είχαν πιαστεί τα πρώτα χρόνια της χούντας, είχαν καταδικαστεί και ταυτόχρονα είχαν διαγραφεί από τα μητρώα των σχολών όπου φοιτούσαν.
Η αμνηστία του ’73
Με την αμνηστία του ’73 βγήκαν, τα αγόρια έπρεπε να πάνε στον στρατό, αλλά όλοι -αγόρια και κορίτσια- ήταν εκείνες τις μέρες γύρω από το Πολυτεχνείο.
Οι περισσότεροι από φτωχές οικογένειες, άλλοι γεμάτοι ιστορίες αριστερού παρελθόντος, άλλοι λιγότερο, αλλά όλοι ανεξαιρέτως με την ίδια στιβαρή φωνή, την ίδια ευαισθησία, μετρημένοι στα λόγια τους και γενναιόδωροι ταυτόχρονα, μας έδωσαν να καταλάβουμε, χωρίς να το θέλουν, το δικό μας ανομολόγητο καθήκον στην αποκατάσταση αυτής της γενιάς: της αμέσως προηγούμενης του Πολυτεχνείου.
Η Πόπη Τζεμπελίκου περιγράφει:
Εκείνο το φθινόπωρο του ’73, μετά και τις καταλήψεις της Νομικής του χειμώνα, όλα έδειχναν ότι κάτι κυοφορούνταν. Στα πανεπιστήμια μύριζε δημοκρατική θύελλα. Η διεθνής απομόνωση της χούντας επέφερε την πολιτική αμνηστία για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στις 21/8/73.
Το πείραμα της “πολιτικοποίησης” του στρατιωτικού καθεστώτος που επιχειρούνταν από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη (ορκίστηκε 25/9/73) είχε δημιουργήσει μια θολή εικόνα αμηχανίας, ερωτήματα στις μικρές αντιστασιακές οργανώσεις για τις πρωτοβουλίες που θα ‘πρεπε να πάρουν.
Το υπόκωφο αδιέξοδο έβγαλε στην επιφάνεια το φοιτητικό κίνημα, με την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, διεκδικώντας την πτώση της στρατιωτικής χούντας με το “Ή τώρα ή ποτέ”.
Η ίδια μόλις είχε βγει με την αμνηστία ύστερα από 5 χρόνια φυλακής και τρία στρατοδικεία, για τη δράση της στο «Πατριωτικό Μέτωπο» και τον «Ρήγα Φεραίο».
«Ξαναγυρίσαμε στις σχολές μετά την άρση της παράνομης διαγραφής μας από τις Συγκλήτους των σχολών. Για τα αγόρια χρησιμοποίησαν την ασφαλιστική δικλίδα της στράτευσης» μας λέει.
«Στην Ανωτάτη Γεωπονική Αθηνών προσπαθούσα να εξοικειωθώ στις μικροσυγκεντρώσεις με τους νέους αγωνιζόμενους συμφοιτητές μου, αλλά και με τη θωριά των δένδρων στα εργαστήρια (καθώς οι φυλακές στερούνταν -ακόμη και σήμερα- δένδρων!)».
Διαγραφή απ’ τη σχολή
«Από τα μητρώα της Αρχιτεκτονικής Σχολής Αθηνών με διέγραψαν αμέσως μετά την καταδίκη μου με τον 509, το 1968. Τότε ήμουν στο δεύτερο έτος. Ημασταν Λαμπράκηδες τότε. Τέσσερα χρόνια έμεινα στη φυλακή. Και το ’73, με την αμνηστία, μπορούσα να συνεχίσω τη σχολή. Το ‘χα σκεφτεί από τη φυλακή, πως το Πολυτεχνείο θα το τέλειωνα. Ηταν η εκδίκηση της γυφτιάς… Μόλις, λοιπόν, επανέρχομαι στο Πολυτεχνείο, τέλη Οκτώβρη του ’73, έρχεται ο Νοέμβρης και τα γεγονότα», εξηγεί η Πόλυ Σαββινίδου.
Παρόμοιες ιστορίες και των συντρόφων τους Θανάση Αθανασίου, που μόλις είχε αποφυλακιστεί και στρατευτεί, Κώστα Γιούργου και Παύλου Κλαυδιανού.

«Τις ημέρες εκείνες ήμουν στο 401 νοσοκομείο, πήρα αναρρωτική άδεια την ημέρα των γεγονότων και πέρασα έξω από το Πολυτεχνείο, ντυμένος στρατιωτικά, ως φαντάρος. Δεν μπόρεσα και αντικειμενικά να συμμετέχω», λέει ο Θ. Αθανασίου.
Αλλά, έστω και για λίγο έζησα την ατμόσφαιρα εκείνης της μέρας, που ήταν μεθυστική. Σε συμπαρέσυρε. Αισθανόσουν τη χαρά της ελευθερίας και όλου αυτού του εκπληκτικού γεγονότος που διεξαγόταν. Και το υπέροχο ήταν πως, ενώ αν κάποιος προσπαθούσε με τη λογική να κρίνει τα γεγονότα, θα καταλάβαινε πως δεν θα μπορούσε όλο αυτό να έχει καλό τέλος, δεν σε ένοιαζε. Η επιθυμία για ελευθερία υπερίσχυε.
Γι’ αυτό τα γεγονότα του Πολυτεχνείου δεν μπορούν να μπουν στη λογική αναλύσεων. Ηταν ένα ξέσπασμα αυθόρμητο, ήταν η κορύφωση ενός δράματος, ήταν ένας αγώνας που κεφαλαιοποιούσε τις θυσίες μιας ολόκληρης περιόδου. Ηταν ένα ορόσημο θυσίας… και αυτό το καταλάβαινες, το ένιωθες και τότε.
«Στις μέρες της κατάληψης, πετάχτηκα από την κλινική όπου χαροπάλευε η μάνα μου, τρεις φορές έως το Πολυτεχνείο» εξομολογείται η Π. Τζεμπελίκου.
Στα μάτια των νέων και του κόσμου έβλεπες τη σπίθα της απόφασης, της αγανάκτησης που προξενεί ο φασισμός, της ελπίδας, μαζί με την ανησυχία και την επαγρύπνηση για την εξέλιξη του αγώνα, ώρα την ώρα. Στην κλινική, ασθενείς και οικείοι ήταν ανάστατοι, κολλημένοι στα ραδιόφωνα άκουγαν τον σταθμό του Πολυτεχνείου. Ο φόβος τότε έσπαγε, το πνεύμα συλλογικότητας που εξέπεμπε επεκτεινόταν στην κοινωνία, παραμερίζοντας τον χαφιεδισμό.
Νωρίς το βράδυ της Παρασκευής, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από την έντονη παρουσία της αστυνομίας, μύριζε καταιγίδα.
Τα νέα της καθόδου των τανκς και της εισβολής τα έμαθα από τηλεφώνημα φίλου στο σπίτι όπου διανυκτέρευσα (έμπειρη από την προηγούμενη “παρανομία”, δεν είχα πάει σπίτι μου). Νύχτα αγωνίας στο κατακόρυφο ώς το πρωί, όπως ακριβώς και το βράδυ της κατάληψης της Νομικής, τότε που ήμουν φυλακή, ο νους μας ήταν καρφωμένος στα κάγκελα του Πολυτεχνείου.
Λίγο μεγαλύτερος απ’ τους μέσα
«Δεν έλαβα μέρος γιατί δεν ήθελα να δημιουργήσω θέμα με την παρουσία μου εκεί – ήμουν στιγματισμένη, κάθε 15 μέρες έδινα παρουσία στην αστυνομία», συμπληρώνει η Π. Σαββινίδου.
Οι νέοι φοιτητές ήταν παιδιά σχεδόν 10 χρόνια μικρότερά μου. Οι πατεράδες μας είχαν πολεμήσει για την πατρίδα και εμάς μας τσάντιζε πάρα πολύ αυτή η πατριδοκαπηλία της Δεξιάς. Τα παιδιά μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν η επόμενη γενιά. Εμάς, είχε περάσει μέσα μας αυτή η τρομοκρατία του Εμφυλίου. Τα παιδιά στο Πολυτεχνείο δεν είχαν τόσο έντονα αυτά τα βιώματα, λόγω ηλικίας. Είχαν τη σπίθα, όμως. Είχαν τη δύναμη. Ηθελαν την αλλαγή.
Ακόμα αναρωτιέμαι πώς έγινε όλο αυτό; Δεν έγινε από οργανώσεις. Ισα ίσα… Ηταν εξέγερση. Από τον κόσμο όλο. Αυτός τη στήριξε… Γυρόφερνα τότε στο Πολυτεχνείο, αισθανόμουν την αμηχανία της νεαρής μάνας που δεν ήξερε πώς να πιάσει το νεογέννητο… Γεννιότανε κάτι τότε. Εβλεπα ότι γινόταν μια αντιστασιακή πράξη ομαδική, ελεύθερη, αυθόρμητη, μη καθοδηγούμενη – κανένας δεν το ήξερε, κανένας δεν το ‘χε προετοιμάσει, και συνέρρεε κόσμος συνέχεια.
Εγώ να ανεβοκατεβαίνω στα τρόλεϊ που πετάγανε προκηρύξεις, να περπατάω γύρω από το Πολυτεχνείο, να κλαίω, να υπάρχει έντονη συγκίνηση παντού. Ηταν μια ένταση, ήταν… το απροσδόκητο. Αυτό ζούσες…
«Τότε, ναι, βγήκαμε έξω από τον εαυτό μας. Το Πολυτεχνείο συμβόλιζε την έννοια της αυτοθυσίας, συμβόλιζε δημοκρατικές διαδικασίες από τα κάτω, ανοχή στη διαφορετικότητα. Ηταν μια έκρηξη ελευθερίας και δημοκρατίας, αλληλεγγύης και αξιοπρέπειας», εξηγεί ο Θ. Αθανασίου.
Δεν θέλαμε να καπελώσουμε

«Εμείς τότε, οι κάπως παλαιότεροι φοιτητές, ήμασταν σταμπαρισμένοι. Μας ήξεραν. Μόνο κακό θα κάναμε αν μπαίναμε μέσα στο Πολυτεχνείο» λέει ο Παύλος Κλαυδιανός.
Δεν θέλαμε να “χρωματίσουμε” πολιτικά το κίνημα των φοιτητών και να θεωρηθεί ότι δεν ήταν και αυθόρμητο και αυτόνομο. Ετσι, δεν μπήκαμε μέσα. Γυρίζαμε γύρω γύρω στην Πατησίων. Εκεί ήμασταν όλα τα βράδια. Είχαμε προλάβει, όσοι ήμασταν οργανωμένοι, να πάρουμε γραμμή από τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού. Αλλά δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να κάνουμε, καθώς το ζήτημα ήταν μαζικό και τόσο μεγάλο που δεν μας χρειάζονταν.
Τα παιδιά που ήταν μέσα καθοδηγούσαν τα πράγματα. Τα ίδια έφτιαξαν την ηγεσία τους, τις δομές τους, τα πάντα. Υπήρχαν μάλιστα δισταγμοί από τις οργανωμένες νεολαίες και του ΚΚΕ και από τον Ρήγα Φεραίο για το πώς θα πάει το πράγμα. Ομως, έγινε.
Και μας συμπαρέσυρε με τον αυθορμητισμό, την αλήθεια και τον δυναμισμό της. Την Τετάρτη σχεδόν δεν είχαν τίποτα. Πολύ γρήγορα, όμως, οργανώθηκαν. Και ο κόσμος πήγε μαζί τους. Ηταν ευρύ κίνημα… τι τραγούδια, τι συναισθήματα. Τους έλεγαν ότι θα έρθει η αστυνομία και εκείνα τραγουδούσαν.
Ο κόσμος, πλημμύρα. Σου έδινε θάρρος. Ακόμα και ο οδηγός του τανκ έκανε μια μικρή στάση πριν μπει στην πόρτα. Η εικόνα με τα παιδιά που κρέμονταν σαν σταφύλια ήταν δραματική. Γι’ αυτό και αυτός έκανε ένα μαρσάρισμα για να φύγουν τα παιδιά, να μη τα λιώσει όλα. Ηταν ηρωισμός από μέρους του.

«Δεν είχαμε επαφή με τα παιδιά στο Πολυτεχνείο, για λόγους προφανείς. Εμείς ήμασταν χαρακτηρισμένοι. Δεν θα τους κάναμε καλό», θυμάται ο Κωστής Γιούργος.
Εγώ είχα κρυφτεί ήδη από το ίδιο βράδυ. Σε ένα σπίτι που ήταν γεμάτο χτυπημένα παιδιά από το Πολυτεχνείο. Ούτε τα ονόματά μας δεν ανταλλάξαμε εκείνο το βράδυ, αλλά έχω τα πρόσωπά τους καθαρά στη μνήμη μου. Θυμάμαι ότι ένα αγόρι είχε βγάλει τον ώμο του και όλο το βράδυ προσπαθούσαμε να το βάλουμε στη θέση του, γιατί πόναγε. Δεν το καταφέραμε…
Ωστόσο, η εικόνα εκείνες τις μέρες ήταν λυτρωτική. Ο κόσμος ένιωθε ότι είχε το κουράγιο να σηκώσει τη φωνή του. Μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν ένα πανηγύρι. Το ξέρω από συντρόφους που ήτανε μέσα.
Θυμάμαι έναν φίλο που μ’ ένα παιδί, μουσικός ήταν, βρίσκονταν κρυμμένοι σε μια οικοδομή στα Εξάρχεια και ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούσαν διαρκώς. Και τότε, ο μουσικός θυμώνει, βγαίνει και τους φωνάζει: “ρε μαλάκες, τι κάνετε; Θα βγάλετε κανένα μάτι!”.
Και σ’ αυτή τη φωνή, σταμάτησαν να πυροβολάνε. Το λέμε ακόμη και γελάμε… Καταλαβαίνεις τι γινόταν; Ιστορίες ενός σουρεαλιστικού ενθουσιασμού. Καταστάσεις έξω από την περιγραφή…
«Πολύς κόσμος, παιδιά, μεγαλύτεροι, ένας με τον άλλο. Υπήρχε αυτή η φλογίτσα από τους νέους, αλλά μετά, τη φωτιά την κρατούσε ο κόσμος. Η τόσο ιδιαίτερη φωνή του Δημήτρη Παπαχρήστου, που μιλούσε στον σταθμό του Πολυτεχνείου, νομίζω σε αυτούς απευθυνόταν. Προς αυτούς ήταν και τα τελευταία του λόγια», συμπληρώνει η Π. Σαββινίδου.
«Ο ελληνικός λαός μπορεί να μην υπέκυψε, με την έννοια του ότι μέσα του δεν αποδέχτηκε τη δικτατορία, αλλά δεν έκανε και κάτι για να τη ρίξει. Η πρωτοπορία ανήκε στον κόσμο της Αριστεράς και κυρίως στους χώρους του Πανεπιστημίου. Για να λέμε την αλήθεια, ο υπόλοιπος λαός απλώς δεν ανέχθηκε τη δικτατορία και μόλις του δόθηκε η δυνατότητα, πήγε μαζί με τους φοιτητές. Αλλά είχαμε και πολλούς χουντικούς. Και σήμερα έχουμε. Τα ποσοστά της Χ.Α. το αποδεικνύουν», λέει ο Βασίλης Δεμουρτζίδης, τελειόφοιτος της Νομικής τότε, που ανήκε στον παράνομο μηχανισμό της ΚΝΕ.
«Εμείς τότε, αν και μειοψηφίες, είχαμε μια διεθνή αντίληψη και ένα σχέδιο. Ενιωθες, ήξερες ότι εσύ παλεύεις εδώ, παλεύει και ένας άλλος στη Χιλή και ένας στην Ινδονησία και όλοι έχουν τον ίδιο σκοπό. Και αυτό δημιουργούσε μια άλλη υπομονή και μια ελπίδα. Ισχυρή. Και άντεχες. Η ζωή τότε είχε αξία. Ο στόχος σου εμπεριείχε βέβαια και την πιθανότητα να χάσεις τη ζωή σου, αλλά όχι ως αυτοκτονία (όπως γίνεται σήμερα από τους ισλαμιστές, που δρουν έξω από τους κοινωνικούς θεσμούς). Το αντίθετο μάλιστα. Πάλευες -ακόμη και μέσω της θυσίας- για τη ζωή, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία», λέει ο Π. Κλαυδιανός.
Το… σημερινό τανκ
«Τούτη τη χρονιά, 42 χρόνια μετά, διεκδικούμε η αδήριτη οικονομική ανάγκη, που έφερε στη χώρα η διακυβέρνηση των δύο κυρίαρχων κομμάτων της μεταπολίτευσης, να μη γίνει το τανκ που θα φράξει τη σημερινή αριστερή δημοκρατικά εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση από την άσκηση της δικής της πολιτικής, που συμπυκνώνει την απαίτηση ματαιωμένων ονείρων επί δεκαετίες και από τη διατύπωση ελεύθερα της δικής της πολιτικής ανάλυσης» δηλώνει, φέρνοντας το τότε στο σήμερα, η Π. Τζεμπελίκου.
«Είναι αλήθεια ότι ζήσαμε ωραίες εποχές. Ολες μας οι αναφορές είναι εκεί… Δεν μπορώ εδώ και χρόνια να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο. Από την άλλη νιώθω πως αυτό που λένε “παρένθεση” και να ‘ταν και “παρένθεση”, δεν με πειράζει. Γιατί έχει σπάσει αυτό το “κακό σπυρί”» λέει χαμογελώντας η Π. Σαββινίδου.
Αυτή η Αριστερά που έχουμε, αυτή “που μας έλαχε”, όπως έλεγε ο Αγγελος Ελεφάντης, έχει μπει επιτέλους στο κάδρο… Γιατί πάει τόσος κόσμος στο Πολυτεχνείο; Ο καθένας κάτι διεκδικεί, κάτι εκφράζει. Σαν να λέει “μη μου την ξαναπάρετε αυτή τη Δημοκρατία, δώστε μου κι άλλη”.
