Τα βουνά ως πρόκληση για μια νέα κοινωνική και παραγωγική σχέση, που θα αναδεικνύει έναν νέο τρόπο ζωής πέρα από την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την επέκταση ενός κυρίαρχου μοντέλου τουριστικής αγοράς, βάζει στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας το Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου. Το φετινό Θερινό Σχολείο με θέμα «Τα βουνά μας: Τόποι και τοπία της πέτρας» ξεκίνησε χθες το απόγευμα στο Συρράκο στα Τζουμέρκα της Ηπείρου και θα διαρκέσει ώς τις 29 Αυγούστου.
Η διεξαγωγή του Θερινού Σχολείου για δέκατη φορά δείχνει ανθεκτικότητα και επιμονή που βρίσκουν ανταπόκριση στον επιστημονικό κόσμο με σταθερή προσήλωση στην ανάδειξη των προβλημάτων των ορεινών κοινοτήτων.
Το φετινό Θερινό Σχολείο προωθεί τη θεωρητική επεξεργασία και τη συζήτηση θεμάτων που σχετίζονται με την οργάνωση του χώρου και τα προβλήματα που ανέκυψαν τα τελευταία χρόνια, με εισηγήσεις σε τέσσερις άξονες: τη συγκρότηση του οικιστικού και παραγωγικού χώρου (βοσκοτόπια, δίκτυα μεταφοράς, λιθοδομές όπως αναβαθμίδες, μαντριά κ.ά.), την κοινωνική συγκρότηση του χώρου και την τελετουργική χρήση του (πλατείες, χοροστάσια, βρύσες, γεφύρια), την πέτρα και την τέχνη (λιθογλυπτική, γλυπτική, αφηγήσεις, λογοτεχνία) και το δίπολο τεχνολογία και τουρισμός με το ερώτημα «Ανακαλύπτοντας τα βουνά. Απειλή ή ευκαιρία;».
Ο Ευάγγελος Αυδίκος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρόεδρος του Θερινού Σχολείου, με καταγωγή από το Συρράκο, δίνοντας την κεντρική στόχευση της διοργάνωσης, επισημαίνει: «Η φετινή -δέκατη- επετειακή διοργάνωση του ΘΕΣΤ είναι εστιασμένη στα βουνά και στην πέτρα που αποτελεί συστατικό στοιχείο στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση των ορεινών κοινοτήτων, αλλά και στον πολιτισμό που δημιούργησαν. Η μουσική, τα γεφύρια, οι ιστορίες που ακούγονται, αυτά κι άλλα πολλά είναι φτιαγμένα από τον ήχο της πέτρας. Είναι αυτά που δημιούργησαν το ήθος των βουνών και διαμόρφωσαν τη σκέψη των ανθρώπων».
Σημειώνει επίσης: «Αφετηριακή σκέψη μας είναι να υπενθυμίσουμε τη σπουδαιότητα αυτού του χώρου και να μυήσουμε τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες σε μια διαφορετική αντίληψη. Σε μια εποχή που έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον κάμπο και στις πόλεις, έχουμε υποχρέωση, ως εκπαιδευτικός οργανισμός, να αναδείξουμε την ανάγκη να ασχοληθούμε με τα βουνά και την πέτρα με σεβασμό. Να μην τα αντιμετωπίζουμε ως “απόπατο” των αστικών κέντρων».
Και προσθέτει για τη σχέση που έχει αναπτυχθεί με τις τοπικές κοινωνίες: «Το Θερινό Σχολείο ξεκίνησε το 2012 και συνεχίζει, με μικρές, αναγκαστικές διακοπές. Το χρωστάει αυτό στην ειλικρινή σχέση του με τον ορεινό χώρο. Δεν είδε τα χωριά ως ένα ξενοδοχείο που θα φιλοξενήσει επιστήμονες θεωρητικολογούντες. Συζήτησε με τους ανθρώπους κι έκανε τους επιχειρηματίες και τους ιστοριοδίφες μέρος της εκπαιδευτικής και ερευνητικής δράσης του».
Το ερώτημα είναι αν μπορεί τελικά να λειτουργήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης γύρω από τα βουνά, τις παραδοσιακές τεχνικές όπως η πέτρα και τον ορεινό τρόπο ζωής. «Αυτός ήταν και ο λόγος που ιδρύσαμε το Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου. Διαπιστώσαμε την ερημιά των βουνών και τις δυσκολίες που υπάρχουν – εκπαιδευτικές, επαγγελματικές. Η μοίρα των βουνών είναι να εξελιχθούν σ’ ένα απέραντο εστιατόριο; Προφανώς και όχι. Ο τουρισμός είναι μια σημαντική δραστηριότητα, αλλά μπορεί και να αλλοιώσει τα βουνά αν δεν υπάρξουν μελέτες εστιασμένες σε συγκεκριμένα πράγματα. Προϋπόθεση γι’ αυτά είναι τα πανεπιστήμια να ανοιχτούν στην ύπαιθρο, να τη γνωρίσουν και να συνεργαστούν με τους αυτοδιοικητικούς και τους επαγγελματίες» μας λέει ο κ. Αυδίκος.
Οσον αφορά τη δική του εμπειρία από τη διοργάνωση, απαντά: «Ενίσχυσε την πίστη μου σε ένα διαφορετικό μέλλον στα βουνά. Και για να γίνει αυτό, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε την ορεινότητα ως έναν αυτόνομο χώρο, όχι ως παρακολούθημα των αναγκών των πόλεων. Πρόκειται για ζωτική ανάγκη. Είμαι βέβαιος ότι η πέτρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να γίνει το επίκεντρο για μια διαφορετική αναπτυξιακή πορεία. Η αναβίωση παραδοσιακών τεχνικών επεξεργασίας είναι αναγκαία. Να γίνουν εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Ο Δήμος Βόρειων Τζουμέρκων έχει γόνιμες ιδέες που βρίσκονται στη διαδικασία υλοποίησης. Οφείλουμε ως εκπαιδευτικός οργανισμός να υποστηρίξουμε ένα διαφορετικό μέλλον. Μακριά από τον μαρασμό. Ομως, δεν αρκεί μόνος ένας για αυτόν τον στόχο. Χρειάζεται συνεργασία, όσο και αν είναι δύσκολο».
Το Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων υποστηρίζεται στη δέκατη -επετειακή- διοργάνωσή του από πολλά πανεπιστημιακά τμήματα, φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επαγγελματικούς και πολιτιστικούς συλλόγους. Λειτουργεί όμως κυρίως σαν μια κυψέλη επιστημόνων που μέσα στο ίδιο το πεδίο της έρευνάς τους, στα ορεινά χωριά της Πίνδου και τα βουνά, αναζητούν απαντήσεις στο ερώτημα «έχει μέλλον ο τόπος μας;», το οποίο ακουμπάει στην ψυχή των κατοίκων της μέσα Ελλάδας και όσων ενδιαφέρονται για ένα νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό μοντέλο.
