ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Μαργιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το έργο για την υπόγεια αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) στα κοιτάσματα πετρελαίου του Πρίνου στη Θάσο παρουσιάστηκε στο συνέδριο της ΕΑΓΜΕ (Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών), που έγινε στις 3-4 Ιουλίου, ως βήμα προς μια πιο πράσινη, μεταλιγνιτική εποχή. Αργυρός χορηγός του συνεδρίου υπήρξε η Enearth, θυγατρική της Energean, που θα αναλάβει την υλοποίηση του έργου ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Στο συνέδριο ωστόσο δεν εμφανίστηκε κάποιος από τους εκπροσώπους της. Αντιθέτως, εκεί βρέθηκαν εκπρόσωποι της Energean, της ΕΔΕΥΕΠ (Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων), του ΕΚΕΤΑ (Εθνικό Κέντρο Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης), του ΕΜΠ και της Τσιμεντοβιομηχανίας Ηρακλής.

Η Κατερίνα Σάρδη, country manager της Energean στην Ελλάδα, χαρακτήρισε τον Πρίνο ως το «πιο σίγουρο μέρος» για την αποθήκευση CO₂, επικαλούμενη την πολύχρονη εξορυκτική δραστηριότητα στην περιοχή. «Μετά από 44 χρόνια λειτουργίας, ο Πρίνος έχει μελετηθεί σε πολύ μεγάλο βάθος. Επομένως είναι ένας πολύ γνωστός γεωλογικός σχηματισμός, που έχει κριθεί κατάλληλος για την αποθήκευση CO₂», σημείωσε. Τ

ο ίδιο υποστήριξε και ο καθηγητής του ΕΜΠ Βασίλειος Γαγάνης: «Ο Πρίνος έχει το αβαντάζ ότι είναι ένα κλειστό σύστημα. Μπορεί να το φανταστούμε εντελώς απλουστευτικά σαν ένα σπήλαιο. Ο,τι μπει λοιπόν μέσα είναι από τη φύση του εγκλωβισμένο». «Το θέμα μας είναι μην τυχόν έχουμε διαρροή. Στην περίπτωση του Πρίνου είμαστε σχεδόν 100% σίγουροι ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ, γιατί υπήρχε το γεωλογικό υπόβαθρο και ξέρουμε τη γεωλογία. Ξέρουμε τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια», υποστήριξε ο Νικόλαος Κούκουζας, ερευνητής του ΕΚΕΤΑ.

Οι τρεις τεχνοκράτες παραγνώρισαν πως η παλαιότητα ενός κοιτάσματος πετρελαίου δεν αποτελεί εγγύηση για την ασφαλή αποθήκευση ενός άλλου στοιχείου (CO₂). Χρησιμοποίησαν μια γλώσσα τεχνοκρατική. Παρέλειψαν οποιαδήποτε αναφορά τόσο στα ρίσκα (σεισμικότητα, διαρροές, κόστος αποκατάστασης) όσο και στις εναλλακτικές λύσεις.

Ο CEO των Τσιμέντων Ηρακλής, Νικόλαος Μπόζος, μίλησε για την αναγκαιότητα «αλυσίδας αξίας» – από την τσιμεντοβιομηχανία, στην Energean και τελικά στο μέσο μεταφοράς CO₂, που «θα είναι ένα πλοίο». Μόνο που καμία από αυτές τις κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές δεν είναι έτοιμη και όλες βασίζονται σε πολλαπλές αβέβαιες επενδυτικές αποφάσεις που «πρέπει να ταυτοχρονιστούν» για να λειτουργήσει το σχέδιο. Η φράση του ότι «ο Πρίνος πρέπει κατά προτεραιότητα να εξυπηρετεί τσιμεντοβιομηχανίες που συνεχίζουν να παράγουν CO₂ λόγω των δραστηριοτήτων τους» καθιστά σαφές το βασικό ζήτημα: το CCS (γεωλογική αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα) εμφανίζεται ως λύση για την επιβίωση συγκεκριμένων εταιρειών, όχι για τη μείωση του συνολικού ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας.

Την εικόνα ολοκληρώνει ο Ευθύμιος Ταρτάρας, εκπρόσωπος της ΕΔΕΥΕΠ. Η αισιοδοξία του πως «μέχρι τον Δεκέμβρη θα διευθετηθούν όλα τα ζητήματα» και ότι η Ελλάδα «μαθαίνει από τις καλές πρακτικές Ολλανδίας και Δανίας» έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την απουσία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης. Το γεγονός ότι η ίδια η ΕΔΕΥΕΠ συμμετέχει στον σχεδιασμό και ταυτόχρονα εποπτεύει την εφαρμογή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σύγκρουσης ρόλων.

Την ίδια στιγμή οι αναφορές στα λεγόμενα Contracts for Differences (CfD/ συμβόλαια επί διαφοράς) αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο της μετακύλισης του κόστους αποθήκευσης στους φορολογούμενους. Εφόσον η εταιρεία ENEARTH εξασφαλίσει εγγυημένη τιμή για την «υπηρεσία» της (δηλαδή την αποθήκευση CO₂) μέσω CfD, τότε οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα στην εγγυημένη τιμή και την πραγματική τιμή της αγοράς θα καλύπτεται από δημόσιους πόρους. Αυτό σημαίνει πως αν δεν υπάρχουν αρκετοί ρυπαίνοντες να πληρώσουν για να αποθηκεύσουν CO₂ ή αν η αγορά της αποθήκευσης άνθρακα αποδειχθεί ασύμφορη, το κενό θα καλύπτεται από το κράτος, δηλαδή από τους πολίτες, με τρόπο που νομιμοποιεί εμμέσως τη διαρκή επιδότηση της Energean για ένα έργο που ίσως δεν λειτουργήσει ποτέ.

Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί η τοποθέτηση του κ. Κούκουζα για την «κοινωνική αποδοχή» σχετικών έργων. Με εμφανή απόσταση από τις τοπικές κοινωνίες, διαπίστωσε πως «όταν δεν ξέρεις, είσαι αρνητικός» και κατέφυγε στο επιχείρημα ότι «το CO₂ υπάρχει και στην Coca-Cola». «Δουλέψαμε με κάποια εταιρεία συμβούλων που κάνουν focus group. Εκεί, άλλαξε το σκηνικό και εκεί οι τεχνολογίες διοξειδίου του άνθρακα έγιναν πιο προσιτές στον κόσμο. Καταλάβανε τι είναι CO₂. (…) Το CO₂ βγαίνει σε φυσική μορφή στη Φλώρινα. Το ξινό νερό που πίνουμε έχει CO₂. Αυτό δεν το ξέρανε. Οταν λοιπόν ο κόσμος μάθει, προφανώς το αποδέχεται», είπε, λογαριάζοντας τους ντόπιους για ιθαγενείς και συγχέοντας το διατροφικό CO₂ με τους βιομηχανικούς κινδύνους της μακροχρόνιας αποθήκευσής του.

Συνολικά, η παρουσίαση της «ωριμότητας» του Πρίνου στο συνέδριο της ΕΑΓΜΕ στηρίζεται σε ένα θεμέλιο τεχνικο-ρητορικής αυτοπεποίθησης και λογικών αλμάτων. Η γεωλογία της περιοχής παρουσιάστηκε ως απόλυτα γνωστή, χωρίς ωστόσο να παρατεθεί ούτε μια τρισδιάστατη μακέτα της. Ενώ οι περισσότεροι εκ των ομιλητών ανέφεραν πως έχουν ήδη υπογραφεί περί τα 15 μνημόνια κατανόησης και συνεργασίας ρυπαινόντων – αποθηκευτή επί του θέματος.

Τεχνοκράτες στη γη των «ιθαγενών»

Από το δημοτικό συμβούλιο Καβάλας με θέμα την αποθήκευση του CO2

Τέσσερις μέρες αργότερα, οι εκπρόσωποι των ίδιων φορέων επισκέφτηκαν την Καβάλα. Εκεί τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός πως το δημοτικό συμβούλιο με αντικείμενο το έργο της αποθήκευσης θύμιζε διάλογο δήμου – εταιρείας, χωρίς εισήγηση από πλευράς του δήμου, χωρίς ενημερωτικά φυλλάδια.

Η Σοφία Σταματάκη, πρώην πρόεδρος ΕΔΕΥΕΠ και καθηγήτρια στη σχολή Μηχανικών Μεταλλείων του ΕΜΠ, προσπάθησε να εξηγήσει τις φάσεις του έργου και να διαβεβαιώσει το κοινό για την ασφάλειά του. Ωστόσο, η ίδια απάντησε σε ερωτήσεις του Δ.Σ. με επιλεκτική αναφορά σε δεδομένα. Επανέλαβε πως «δεν αγγίζονται παλιές γεωτρήσεις» και πως «η πίεση θα είναι χαμηλότερη από την πίεση ρηγμάτωσης», ενώ παραδέχτηκε ότι η πιθανότητα διαρροής είναι υπαρκτή, αν και απίθανη. Τόνισε τη σημασία της τεχνολογικής παρακολούθησης με χρήση οπτικών ινών και τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να απαντήσει πειστικά για το ποιος ελέγχει ποιον και υπό ποιους όρους. Περιέγραψε μάλιστα ως μοναδικό όφελος για τους κατοίκους της περιοχής από το έργο το άνοιγμα 40 νέων θέσεων εργασίας (sic)!

Σε μια αξιοσημείωτη προσπάθεια κανονικοποίησης του ρίσκου είπε: «Το πετρέλαιο είναι εκατομμύρια χρόνια μέσα εκεί με υδρόθειο και διοξείδιο του άνθρακα, μέσα σε αυτόν τον χώρο έχουν γίνει σωρεία τεκτονικών δράσεων. Αν υπήρχε θέμα διαρροής, δεν θα είχαμε σήμερα αυτή τη συγκέντρωση υδρογονανθράκων», ενώ λίγο αργότερα πρόσθεσε: «δυστυχώς, δεν υπάρχει μηδενικό ρίσκο, ούτε στην καθημερινότητά μας».

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, ξεκίνησε με ένα ύποπτο είδος αυτοκριτικής: «Να ζητήσω συγγνώμη γιατί δεν έχουμε έρθει πιο νωρίς» είπε. Τόνισε τη μεταρρύθμιση της ΕΔΕΥΕΠ, την ανάληψη αρμοδιοτήτων υπόγειας αποθήκευσης και την εποπτεία έργων υδρογονανθράκων, παρουσιάζοντας την υπηρεσία ως «ανεξάρτητη αρχή ασφάλειας». Ο κ. Στεφάτος χρησιμοποίησε ένα ατεκμηρίωτο είδος ρητορικής κύρους (αναφορά σε Global CCS Institute, συνεργασία με «Ηρακλής», συμμετοχή σε ευρωπαϊκές επιτροπές) η οποία δεν άργησε να γίνει αντιληπτή από τους πολίτες που παρακολουθούσαν, με τον ίδιο να αντιδρά έντονα στις επικρίσεις τους: «Δεν σας ξέρω για να σας σέβομαι»!

Ο καθηγητής Γαγάνης υιοθέτησε έναν μετριοπαθή τόνο, προσπαθώντας να γεφυρώσει την «πόλωση» μεταξύ πολιτών και τεχνοκρατών. Επικαλέστηκε την αντικειμενικότητα της τεχνικής γνώσης και ανέδειξε την κλιματική κρίση ως ηθική βάση του CCS, με γενικεύσεις του τύπου: «Για να εξαφανίσουμε το διοξείδιο, ένας τρόπος είναι, να σταματούμε τα ορυκτά καύσιμα, κάτι που φαίνεται αδύνατο γιατί ολόκληρες οικονομίες στηρίζονται σ’ αυτά. Ετσι, λοιπόν, φτάσαμε να σκαρφιστούμε ποια μπορεί να είναι η ενδιάμεση λύση. (…) Ετσι έπεσε στο τραπέζι η ιδέα του CCS, γιατί οι ποσότητες είναι τόσο μεγάλες, που μπορούν να αποθηκευτούν μόνο σε πολύ μεγάλους υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς», για να συμπληρώσει λίγο αργότερα: «Επιτρέψτε μου να πω ότι το διοξείδιο δεν είναι ρύπος, υπό την έννοια ότι, αν το συγκεντρώναμε, δεν θα πεθαίναμε, θα καιγόμασταν όμως».