Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εάν οι ταχύτητες ήταν μεγαλύτερες, όπως στην επαρχία, θα είχαν σκοτωθεί άνθρωποι», αυτό αναφέρει στην «Εφ.Συν.» έμπειρος συνδικαλιστής του ΟΑΣΑ για τη χθεσινή σφοδρή σύγκρουση των 2 λεωφορείων στη Βούλα, από την οποία τραυματίστηκαν τουλάχιστον 49 άτομα, ανάμεσα στα οποία 10 παιδιά, με τουλάχιστον 3 επιβάτες να τραυματίζονται σοβαρά, χωρίς όμως κίνδυνο για τη ζωή τους.

Η σύγκρουση έγινε ανάμεσα σε λεωφορεία της γραμμής 122 και 122Β, που από το 2020 έχουν παραχωρηθεί σταδιακά μαζί με άλλες 63 γραμμές από την ΟΣΥ σε κοινοπραξία με ιδιώτες των ΚΤΕΛ. Από τα πρώτα που έχουν γίνει γνωστά για τα αίτια της σύγκρουσης, το ένα λεωφορείο καρφώθηκε πάνω στο άλλο που ήταν σταματημένο, όταν η οδηγός του, που κινούνταν με κανονικές ταχύτητες, ένιωσε ξαφνική αδιαθεσία. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό συμβάν, οι έρευνες για τα αίτια του οποίου συνεχίζονται από την ΕΛ.ΑΣ. και τον ΟΑΣΑ, ανοίγει ξανά το εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα της ασφάλειας των μεταφορών για το οποίο 2 χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών η κυβέρνηση συνεχίζει να μην ακούει τις συνεχείς προειδοποιήσεις.

Το παρ’ ολίγον τραγικό τροχαίο έγινε περίπου στις 12 το μεσημέρι στην Α’ Πλαζ Βούλας, με τη σύγκρουση να είναι ιδιαίτερα σφοδρή και το «μπαμ» να ακούγεται σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων. «Το λεωφορείο είχε γίνει σμπαράλια μπροστά, το παρμπρίζ κομμάτια και έβλεπες παντού αίματα. Ηταν μέσα πολλοί ανήλικοι και νέα παιδιά με μαγιό που πήγαιναν στη θάλασσα», αναφέρει στην «Εφ.Συν.» κάτοικος της περιοχής και αυτόπτης μάρτυρας. Αμέσως έσπευσαν ασθενοφόρα και μοτοσικλέτες του ΕΚΑΒ που μετέφεραν τους τραυματίες στο Ασκληπιείο Βούλας, στο «Γ. Γεννηματάς» και στο Νοσοκομείο Παίδων. Οπως αναφέρει ο ΟΑΣΑ στην ανακοίνωσή του, για το τροχαίο έχει ήδη ξεκινήσει διαδικασία εσωτερικής διερεύνησης, ενώ επισημαίνεται ότι τα δύο λεωφορεία που ενεπλάκησαν παραδόθηκαν στην κυκλοφορία τον Οκτώβριο του 2024.

Σύμφωνα με τον Θέμη Αμπλά, πρόεδρο της Ομοσπονδίας Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (ΟΣΜΕ), οι οδηγοί των λεωφορείων πρέπει να ξεκουράζονται επαρκώς. «Τα όργανα της πολιτείας πρέπει να ψάξουν και να δουν εάν η εργαζόμενη είχε πάρει τα ρεπό της και είχε τις απαραίτητες ώρες ανάπαυσης», τονίζει χαρακτηριστικά στην «Εφ.Συν.».

Οπως αναφέρει ακόμα, οι συνδικαλιστές της ΟΣΜΕ έχουν προειδοποιήσει πολλές φορές για την παραβατικότητα διαφόρων επιχειρήσεων και έχουν πραγματοποιήσει αρκετές κινητοποιήσεις για τα εργασιακά και τα ζητήματα ασφαλείας που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση του συγκοινωνιακού έργου. Ως παραδείγματα μας δίνει τις διπλοβάρδιες, φαινόμενα παραβιάσεων του ωραρίου εργασίας, την εργασία χωρίς το απαιτούμενο 11ωρο ανάπαυσης ανάμεσα στις βάρδιες και την ανάθεση καθηκόντων στους οδηγούς πέραν των αρμοδιοτήτων τους, όπως το πλύσιμο και ο ανεφοδιασμός των οχημάτων με καύσιμα.

«Εχουμε ζητήσει εδώ και 3 μήνες συνάντηση με τον αναπληρωτή υπουργό Μεταφορών, Κωνσταντίνο Κυρανάκη. Οι πόρτες του υπουργείου Μεταφορών είναι κλειστές για μας από το 2019. Θέλαμε να τους ενημερώσουμε και να προλάβουμε τέτοια συμβάντα. Οι καταγγελίες των εργαζόμενων, ειδικά για τα ζητήματα της ασφάλειας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αλλά αυτό δεν γίνεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη από το 2019 και μετά», συνεχίζει. «Πρέπει άμεσα να ληφθούν μέτρα ασφαλείας και τήρησης της εργατικής νομοθεσίας για να μην έχουμε νεκρούς, να μην έχουμε Τέμπη. Η δημόσια συγκοινωνία χρειάζεται ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αυτή τη στιγμή η πολιτεία δεν κάνει απολύτως τίποτα», καταλήγει ο κ. Αμπλάς.

ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.: Η κυβέρνηση υποβαθμίζει τις συγκοινωνίες

Για τον τομεάρχη Υποδομών και Μεταφορών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, η σύγκρουση στη Βούλα αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα της κυβερνητικής ολιγωρίας και της απαξίωσης των δημόσιων συγκοινωνιών.

Οπως καταγγέλλει: «Το λεωφορείο που προκάλεσε τη σύγκρουση ανήκει στην κοινοπραξία των ΚΤΕΛ που έχουν αναλάβει συγκοινωνιακό έργο μέσω παραχώρησης. Οι οδηγοί που απασχολούνται στην εν λόγω κοινοπραξία εργάζονται καθημερινά σε εξαντλητικά ωράρια, φτάνοντας ακόμη και τις 12-14 ώρες συνεχόμενης οδήγησης! Την ίδια στιγμή, απουσιάζει οποιοσδήποτε δημόσιος έλεγχος τόσο στις συνθήκες εργασίας του προσωπικού όσο και στην τεχνική κατάσταση των οχημάτων της κοινοπραξίας που εκτελούν δημόσιο συγκοινωνιακό έργο. Η επιλογή της κυβέρνησης να υποβαθμίσει τον δημόσιο χαρακτήρα των συγκοινωνιών και να μεταφέρει κρίσιμο έργο σε τρίτους, χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας, δημιουργεί συνθήκες που υπονομεύουν την ασφάλεια επιβατών και εργαζομένων. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η εντατικοποίηση της εργασίας πλήττει και τον ίδιο τον “πυρήνα” των δημόσιων συγκοινωνιών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, οι εργαζόμενοι της ΟΣΥ εργάζονται επί 30 ημέρες τον μήνα χωρίς να λαμβάνουν τα νόμιμα ρεπό τους».