Μέσω εικονικών ενοικίων, πλαστών συμβάσεων και «φουσκωμένων» αιτήσεων επιδοτήσεων, οργανωμένο κύκλωμα κατάφερε να αποσπάσει τουλάχιστον 5,7 εκατομμύρια ευρώ από τα ταμεία του ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο εγκέφαλος της σπείρας, λογιστής στο επάγγελμα, είχε στήσει ένα πολυπλόκαμο δίκτυο με εταιρείες-«σφραγίδες» και αχυρανθρώπους, εξαπατώντας φορείς με απίστευτη μεθοδικότητα και αποσπώντας διάφορες κρατικές και ευρωπαϊκές οικονομικές ενισχύσεις που μοιράζονταν από το καλοκαίρι του 2020, την περίοδο του κορονοϊού.
Η ΕΛ.ΑΣ. και η ΔΑΟΕ, μετά από πολύμηνη έρευνα, κατάφεραν να εξαρθρώσουν την εγκληματική οργάνωση, αποκαλύπτοντας ένα «παρασύστημα» επιδοτήσεων που βασιζόταν στην καλή γνώση του φορολογικού μηχανισμού και την καταχρηστική αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Επειτα από αιφνιδιαστική επιχείρηση τη Δευτέρα πραγματοποιήθηκαν 8 συλλήψεις, ενώ στη δικογραφία βρίσκονται ακόμη 6 άτομα με κατηγορίες για εγκληματική οργάνωση, απάτες, πλαστογραφία, νομιμοποίηση εσόδων και φορολογικές παραβάσεις. Στο πλαίσιο της επιχείρησης, εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν ακόμη 2 άτομα, κατηγορούμενοι για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., το δίκτυο αποτελούνταν από τουλάχιστον 40 εταιρείες –πολλές εκ των οποίων εικονικές– και τουλάχιστον 55 ακίνητα, κάποια από τα οποία ανήκαν και σε μέλη του κυκλώματος. Με υπερβολικές ή εικονικές συμβάσεις μίσθωσης, δήλωναν ψεύτικα ενοίκια είτε κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19 είτε μέσω επιστρεπτέων προκαταβολών, αλλά και μέσω επιχορηγήσεων από το ΕΣΠΑ. Ο φερόμενος ως αρχηγός της σπείρας, ένας έμπειρος λογιστής, χρησιμοποίησε τις εξειδικευμένες γνώσεις του στο φορολογικό σύστημα προκειμένου να υποβάλει ψευδείς αιτήσεις και να παραποιήσει έγγραφα τόσο προς κρατικούς όσο και προς ευρωπαϊκούς φορείς. Το κόλπο περιλάμβανε τη χρήση «αχυρανθρώπων» για την υποβολή αιτήσεων επιδότησης, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγονταν οι εισφορές στον ΕΦΚΑ, ζημιώνοντας ακόμα και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Σε ό,τι αφορά τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων, αυτά διοχετεύονταν μέσα από το εκτεταμένο δίκτυο εταιρειών της οργάνωσης και κατέληγαν στους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς όπου καταγράφονταν και τα νόμιμα κέρδη. Στη συνέχεια, τα μέλη προέβαιναν σε αναλήψεις των χρημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν για την ανέγερση πολυτελών ακινήτων, ή πιστώνονταν σε άλλους λογαριασμούς του «δικτύου». Με αυτόν τον τρόπο, τα παράνομα κεφάλαια ξεπλένονταν μέσω της φαινομενικά νόμιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στη συνέχεια, τα χρήματα είτε επανεπενδύονταν στις ίδιες τις εταιρείες (π.χ. σε κατασκευαστικά έργα και αγορές ακινήτων) είτε μεταφέρονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού ή ακόμη και χρησιμοποιούνταν για προσωπικά έξοδα των μελών της σπείρας. Πιο συγκεκριμένα, είχε στηθεί ένα πολύπλοκο τραπεζικό δίκτυο με τουλάχιστον 122 λογαριασμούς, όλοι συνδεδεμένοι με το εταιρικό σχήμα που είχαν οργανώσει. Μέσα από αυτούς πραγματοποιήθηκαν πάνω από 57.000 χρηματοπιστωτικές κινήσεις, με συνεχείς μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών, με σκοπό τη δυσκολία εντοπισμού της διαδρομής των χρημάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το συνολικό ποσό που διακινήθηκε μέσω αυτού του μηχανισμού ξεπερνά τα 10,8 εκατομμύρια ευρώ.
