Κανείς δεν εξεπλάγη προχθές στην εκδήλωση του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ-γραφείο Θεσσαλονίκης και της Greenpeace Greece, όταν διαπιστώθηκε ότι ούτε καν οι δύο στους δέκα πολίτες της Θεσσαλονίκης (μόλις το 19%) έχουν ακούσει ή γνωρίζουν κάτι σε ό,τι αφορά τον σταθμό επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου, γνωστού με την ονομασία LNG, τον οποίο κάποιοι θέλουν να εγκαταστήσουν μέσα στον Θερμαϊκό κόλπο. Συνηθίσαμε δυστυχώς στη χώρα μας, καθώς δεν είναι δα η πρώτη φορά που για ένα τεράστιο ζήτημα η κοινωνία είναι η τελευταία που έχει κάποιου είδους πληροφόρηση.
Η εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο ΜΟΜus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με τίτλο «Κλιματική κρίση και ορυκτό αέριο vs επενδύσεις για ένα βιώσιμο μέλλον στη Θεσσαλονίκη» είχε σκοπό να καλύψει ένα μέρος αυτού του κενού και πήραν μέρος: ο Κώστας Καλούδης, υπεύθυνος της εκστρατείας για το κλίμα και την ενέργεια του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, ο Κώστας Νικολάου, δρ περιβαλλοντολόγος, η εντατικολόγος του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Χριστίνα Κυδώνα, η Ναταλία Μποέμη, εμπειρογνώμων σε θέματα ενέργειας και ενεργειακής φτώχειας του Ινστιτούτου για την Ευρωπαϊκή Ενεργειακή και Κλιματική Πολιτική (IEECP), και η Κυριακή Μεταξά, υπεύθυνη προγράμματος Οικολογίας στο Ιδρυμα Χάινριχ Μπελ-γραφείο Θεσσαλονίκης. Συντόνισε η δημοσιογράφος Ευγενία Χατζηγεωργίου.
Μεταξύ των όσων ακούστηκαν ξεχωρίζουν οι διαπιστώσεις πως «το LNG είναι 33% πιο καταστροφικό για το κλίμα απ’ ό,τι ο άνθρακας, σε όλα τα στάδια παραγωγής και μεταφοράς του εκλύεται μεθάνιο και η διαρροή μεθανίου δεν είναι τεχνολογικά αντιμετωπίσιμη, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχουν θεσμοθετημένα όρια για τον συγκεκριμένο ρύπο κι έτσι δεν υπόκειται σε κανέναν απολύτως έλεγχο».
Σε ό,τι αφορά ειδικά τη Θεσσαλονίκη και τα σχέδια για δημιουργία σταθμού στον Θερμαϊκό, επισημάνθηκε ότι «η απόσταση του σταθμού από την ακτή της Θεσσαλονίκης και της προστατευόμενης περιοχής του Δέλτα των ποταμών Γαλλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα θα είναι μόλις 3 έως 3,5 χιλιόμετρα», ενώ «η θαλάσσια αύρα θα μεταφέρει το μεθάνιο στη Θεσσαλονίκη τού ενός εκατομμυρίου κατοίκων και θα το προσθέσει στους ρύπους και τα μικροσωματίδια, που αυτή τη στιγμή είναι 4 φορές περισσότερα από το ανώτατο επιτρεπτό όριο και ευθύνονται για εκατοντάδες θανάτους κάθε χρόνο».
Παράλληλα, ένας σταθμός LNG θα πλήξει και τις παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται στον Θερμαϊκό, αφού «για να υγροποιηθεί το LNG, έχει ψυχθεί στους -162 βαθμούς Κελσίου και για να επανέλθει σε αέρια μορφή και να μπορέσει να μεταφερθεί με μικρούς αγωγούς στη στεριά, θερμαίνεται με τεράστιες ποσότητες θαλασσινού νερού που έχει χλωριωθεί, το οποίο πέφτει πάλι στη θάλασσα, ρυπαίνοντας και ψύχοντάς την». Αυτή η διαδικασία έχει βαρύτατες επιπτώσεις «στο θαλάσσιο περιβάλλον, το οικοσύστημα, αλλά και τις θαλάσσιες εκμεταλλεύσεις (αλιεία, μυδοκαλλιέργειες)», στους επαγγελματίες της θάλασσας, όσους ζουν πλησίον της, αλλά και όσους προπονούνται καθημερινά στον Θερμαϊκό κόλπο. Επισημάνθηκε ακόμα, χωρίς να είναι κινδυνολογία, ότι «σε περίπτωση ατυχήματος, θα σχηματιστεί είτε μια φλεγόμενη λίμνη στο νερό (η οποία κανείς δεν ξέρει πώς σβήνει) είτε ένα φλεγόμενο νέφος στον αέρα που μπορεί να έρθει προς την κατοικημένη περιοχή».
