Μετά την υποβάθμιση, την απαξίωση κινήτρων, την υπονόμευση και την κινδυνολογία, η κυβέρνηση πλέον περνά στο νέο της «όπλο» κατά της αυριανής συγκέντρωσης μνήμης και διεκδίκησης στην Αθήνα για το έγκλημα των Τεμπών: τον συγκοινωνιακό της αποκλεισμό και την αστυνομοκρατία.
Την Πέμπτη το απόγευμα, λίγες μόλις ώρες πριν από τις συγκεντρώσεις, και αφού κάθε πολίτης – συμμετέχων, είχε ήδη αποφασίσει το πώς θα αποκτούσε την επόμενη μέρα πρόσβαση στο Σύνταγμα, ανακοινώθηκε ξαφνικά ότι με εντολή της ΕΛΑΣ οι σταθμοί του Μετρό «Σύνταγμα» και «Πανεπιστήμιο», δηλαδή οι δύο κοντινότεροι στον τόπο διοργάνωσης (Πλατεία Συντάγματος) θα παραμείνουν κλειστοί, και ότι οι συρμοί θα διέρχονται από αυτούς χωρίς να πραγματοποιούν στάση.
Παράλληλα σύμφωνα με την ίδια την ΕΛΑΣ, την Παρασκευή θα βρίσκονται στο κέντρο της πόλης επί ποδός 6.000 αστυνομικοί. Πηγές της αστυνομίας κάνουν λόγο για «πιο ισχυρά μέτρα, ακόμα και από αυτά που εφαρμόζονται στην επέτειο του Πολυτεχνείου». Σύμφωνα με τις πηγές αυτές, τις οποίες επικαλείται η ΕΡΤ, «θα γίνουν αρκετοί προληπτικοί έλεγχοι», πρακτική η οποία τις περισσότερες φορές στο παρελθόν συνεχίστηκε με την μορφή των προληπτικών προσαγωγών. Επικαλούμενες την «ασφάλεια των πολιτών» οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι «αστυνομικοί θα κινούνται ακόμα και μέσα στο πλήθος για να εντοπιστούν και για να απομονωθούν εκείνοι που θα θελήσουν να προκαλέσουν επεισόδια».
Τέλος αποκαλύπτουν ότι «θα υπάρχει γενική επιφυλακή όλου του προσωπικού της αστυνομίας, ενώ ελικόπτερα και drones θα δίνουν ζωντανά εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων στη ΓΑΔΑ. Η αστυνομία έχει μια σαφή, καθαρή, νόμιμη εντολή να διαφυλάξει την ασφάλεια των διαδηλωτών και την ασφαλή διεξαγωγή της διαδήλωσης», τονίστηκε, σύμφωνα με τη δημόσια τηλεόραση, από τον ίδιο τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.
Η ρύθμιση των κλειστών σταθμών γεννά αντικειμενικό εμπόδιο σε πολίτες που είχαν αποφασίσει να πάνε στην συγκέντρωση και μόνος διαθέσιμος γι’ αυτούς τρόπος, ήταν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.
