Με τη φράση «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε» θα μπορούσε να περιγραφεί η στάση του Γερμανού προέδρου Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ στη μαρτυρική Κάνδανο, όπου ολοκλήρωσε την τριήμερη επίσκεψή του στην Ελλάδα. Μπορεί ο ίδιος στην προχθεσινή συνάντησή του με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου να προσπάθησε να κλείσει το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, χαρακτηρίζοντάς το «νομικά λήξαν θέμα», ωστόσο στην Κάνδανο το έβρισκε συνεχώς μπροστά του σε κάθε στροφή της ολιγόωρης παραμονής του. Το έθεσαν οι επιζώντες του ολοκαυτώματος της Κανδάνου, το έθεσαν τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών, το έθεσαν ο δήμαρχος της περιοχής Αντώνης Περράκης και ο μητροπολίτης Αμφιλόχιος αλλά και το πλήθος του κόσμου που συγκεντρώθηκε υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας φωνάζοντας «Δικαιοσύνη» και «Δεν υποχωρούμε αν δεν δικαιωθούμε».
Ο ίδιος ο Γερμανός πρόεδρος πάντως απαξίωσε να δώσει έστω και την παραμικρή απάντηση επ’ αυτού, ακριβώς όπως έκανε και στη συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη την Τετάρτη. Είπε βέβαια πολλά και ιδιαίτερα φορτισμένα λόγια. Διατύπωσε με ευθύτητα και έκλινε σε όλες τις πτώσεις (και μάλιστα και στα ελληνικά) τις λέξεις συγχώρεση και ντροπή, ωστόσο από το στόμα του δεν βγήκε λέξη για το μεγάλο αγκάθι των πολεμικών επανορθώσεων. Αντίθετα, έκανε προκλητικά, όπως συνηθίζουν όλοι οι εκπρόσωποι του γερμανικού κράτους, διαφήμιση στους «θολούς» θεσμούς που δημιουργήθηκαν τα χρόνια των μνημονίων, όπως για το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον αλλά και για τις δράσεις του Γερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας.
«Το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον εργάζεται από το 2014, δηλαδή 10 ακριβώς χρόνια, πάνω στην κοινή ιστορική μνήμη, στην κουλτούρα μνήμης και για ένα κοινό μέλλον», είπε στην ομιλία του στο Πολιτιστικό Κέντρο της Κανδάνου, ενώ για το Γερμανικό Ιδρυμα Νεολαίας ανέφερε πως «καλλιεργεί συναντήσεις σε προ-εφηβικό επίπεδο και φιλίες μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών νέων ανθρώπων και συμβάλλει στο να μεταλαμπαδευτεί γνώση για τα εγκλήματα των Γερμανών στους νέους ανθρώπους, στη νεολαία».
Μαθήματα μνήμης
Πάντως ένα γερό μάθημα ιστορικής μνήμης πήρε ο Γερμανός πρόεδρος από την 97χρονη Δέσποινα Φιωτάκη, κάτοικο της Κανδάνου, μία από τις ελάχιστες επιζήσασες του ολοκαυτώματος της 3ης Ιουνίου 1943, που αρνήθηκε να δώσει το χέρι της για χειραψία: «Δυστυχώς αυτό το χέρι μπορεί να είναι το χέρι του σφαγέα. Δεν θέλω να σας βλέπω», του είπε, ενώ ένας άλλος ηλικιωμένος φώναζε «πριν ογδόντα χρόνια εκτελέσατε τους γονείς μας, τώρα μας εκτελείτε για δεύτερη φορά». Στις ομιλίες τους ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης έθεσαν χωρίς περιστροφές το θέμα των αποζημιώσεων: «Εύχομαι και ελπίζω η κατάθεση του στεφάνου να αποτυπωθεί και εμπράκτως, ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση για την απόδοση των γερμανικών αποζημιώσεων. Ενα θέμα διμερές δεν μπορεί να λήξει με μονομερή απόφαση της μιας πλευράς. Αν η Γερμανία αναγνωρίζει πλήρως τις ευθύνες της για το ναζιστικό παρελθόν της, πρέπει να πράξει ανάλογα» είπε προσφωνώντας τον κ. Σταϊνμάγερ ο δήμαρχος Κανδάνου-Σελίνου, Αντώνης Περράκης.
Ακόμα πιο αιχμηρός ήταν ο μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου, Αμφιλόχιος: «Η χώρα σας όχι μόνο δεν συμπαραστάθηκε στη χώρα μας τα χρόνια των μνημονίων, αλλά την έσπρωξε στο ΔΝΤ. Και επειδή στην Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας είπατε ότι είστε δεσμευμένοι στην ιστορική σας ευθύνη, οι γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο είναι μια δέσμευση ιστορικής ευθύνης της χώρας σας» ανέφερε.
Σε όλα αυτά ο Γερμανός πρόεδρος δεν έδωσε την παραμικρή απάντηση. Στη 13 λεπτών προσεκτικά διατυπωμένη ομιλία του περιέλαβε αρκετές αναφορές στη βαρβαρότητα των στρατευμάτων της Βέρμαχτ, με ονομαστικές αναφορές εκτός από την Κάνδανο και σε άλλα χωριά της Κρήτης που έγιναν θέατρα θηριωδιών από τους συμπατριώτες του. «Ζητώ συγγνώμη για την καθυστέρηση της Γερμανίας για μία 10ετία να τιμωρήσει αυτά τα εγκλήματα αλλά και τη σιωπή. Δεν θα απαλλαγούμε ποτέ από αυτήν την ντροπή», είπε μεταξύ άλλων, ενώ φρόντισε να περιλάβει και μία φράση γραμμένη στα ελληνικά: «Θα ήθελα σήμερα να ζητήσω συγχώρεση στο όνομα της Γερμανίας», είπε, πριν αναφερθεί στην «κοινή ευθύνη» Ελλάδας και Γερμανίας να κατασκευάσουν «γέφυρες» για την ειρήνη, τις οποίες γέφυρες προσδιόρισε στο Ελληνογερμανικό Ταμείο και στο Ιδρυμα της Γερμανικής Νεολαίας.
Η αντιπολίτευση
Επικριτικά ως προς τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων είναι τα κόμματα της αντιπολίτευσης: «Ο κ. Μητσοτάκης δεν εξέφρασε καν τη νομική θέση της χώρας μας, αλλά αποφάσισε να δεχθεί τη μετακίνηση της διεκδίκησης στις καλένδες. Ενδεικτικό του παραπάνω είναι πως ο Γερμανός πρόεδρος δεν αισθάνθηκε ούτε την υποχρέωση να πει λέξη επί του θέματος κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του» αναφέρει μεταξύ άλλων ο ΣΥΡΙΖΑ.
«Αποτελεί ζωντανή και δίκαιη ιστορική αξίωση της πατρίδας μας, που η κυβέρνηση οφείλει να εγείρει και να διεκδικεί σε κάθε ευκαιρία πολιτικού διαλόγου με τη Γερμανία. Τίποτα δεν θα αφήσουμε να ξεχαστεί. Στην Ιστορία δεν χωρούν παραγραφές» ανέφερε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ενώ για «εθιμοτυπικού χαρακτήρα αναφορές για τις γερμανικές αποζημιώσεις, όταν δεν συνοδεύονται με πρακτικές ενέργειες για τη διεκδίκησή τους» κάνει λόγο το ΚΚΕ.
Η Νέα Αριστερά τονίζει μεταξύ άλλων πως «η Ελλάδα όχι μόνο έχει κάθε δικαίωμα να διατηρεί ενεργά τα αιτήματά της, αλλά, ιδίως σε μια εποχή που η Ακροδεξιά επιστρέφει επικίνδυνα, οφείλει να τα θέτει συνεχώς με τον πιο επίσημο τρόπο», ενώ ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που μίλησε για «προσβολή, θεσμικό και νομικό ατόπημα» από τον πρωθυπουργό για τον τρόπο που υποδέχτηκε τον κ. Σταϊνμάγερ, ενώ υπενθύμισε πως «υπάρχει ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου από τις 8 Απριλίου του 2000, που κρίνει ότι το γερμανικό κράτος οφείλει να πληρώσει αποζημιώσεις στο Δίστομο για τις θηριωδίες».
