Ισως το πιο καθοριστικό αποδεικτικό στοιχείο, που θα επέτρεπε να διαλευκανθούν οι συνθήκες του πολύνεκρου ναυαγίου της Πύλου, το Σύστημα Καταγραφής Δεδομένων Ταξιδιού (Voyage Data Recorder – VDR), δεν φαίνεται να υπήρχε στο περιπολικό 920 του Λιμενικού, που κατηγορείται ότι με τις παραλείψεις και τις πράξεις του προκάλεσε την ανατροπή του σκάφους των προσφύγων και τον πνιγμό περισσότερων από 600 ανθρώπων. Πρόκειται για το λεγόμενο «μαύρο κουτί» των πλοίων, που καταγράφει πληροφορίες για την ταχύτητα του σκάφους, τη θέση του, συνομιλίες και ήχους από τη γέφυρα, ραδιοεπικοινωνίες, τη λειτουργία του πηδαλίου, της μηχανής και άλλα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία. Πριν από περίπου μία εβδομάδα, η Εισαγγελία του Ναυτοδικείου Πειραιά ενημέρωσε τους δικηγόρους των οργανώσεων που εκπροσωπούν νομικά 53 επιζώντες που έχουν καταθέσει μήνυση κατά παντός υπευθύνου ότι το περιπολικό δεν διέθετε σύστημα καταγραφής, καθώς αυτό δεν λειτουργούσε από το 2021 και επισκευάστηκε τον Αύγουστο του 2023, δύο μήνες μετά το ναυάγιο!
Αυτό αποκάλυψαν χθες οι δικηγόροι των οργανώσεων που εκπροσωπούν τους μηνυτές (Πρωτοβουλία Νομικών και Δικηγόρων για το Ναυάγιο της Πύλου, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο, Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Δίκτυο για τα Δικαιώματα των Προσφύγων και Μεταναστών) στη συνέντευξη Τύπου που έδωσαν με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από το εγκληματικό ναυάγιο.
Πώς είναι δυνατόν να χαλάσει και πώς ακριβώς χάλασε το σύστημα καταγραφής που έχει σχεδιαστεί για να αντέχει στις πιο αντίξοες συνθήκες μένει να το απαντήσει το ίδιο το Λιμενικό ή οι αρχές που διερευνούν την υπόθεση. Μένει επίσης να απαντήσουν πώς είναι δυνατόν να πλέει σκάφος του Λιμενικού χωρίς σύστημα καταγραφής και επιπλέον γιατί επιλέχτηκε περιπολικό του Λιμενικού χωρίς σύστημα καταγραφής για να συνδράμει το αλιευτικό των προσφύγων που κινδύνευε. Μένει επίσης να απαντηθούν μέσα από μια αποτελεσματική διερεύνηση κρίσιμα ερωτήματα για τις παραλείψεις και τις πράξεις του Λιμενικού Σώματος τη μοιραία ημέρα όπως και στη συνέχεια, καθώς η μη συλλογή και η μη αξιοποίηση κρίσιμου αποδεικτικού υλικού παραπέμπει σε απόπειρα συγκάλυψης πρώτου μεγέθους, συγκρίσιμης ευθέως με τις ενδείξεις για συγκάλυψη στην εγκληματική τραγωδία των Τεμπών.
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, η διερεύνηση της υπόθεσης συνεχίζεται σε προανακριτικό στάδιο από την Εισαγγελία του Ναυτοδικείου Πειραιά. Στους αρχικούς 40 μηνυτές που κατέθεσαν μήνυση τον Σεπτέμβριο προστέθηκαν άλλοι δεκατρείς, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, οι εννέα προφυλακισθέντες επιζώντες που αθωώθηκαν πρόσφατα από το δικαστήριο της Καλαμάτας από τις κατηγορίες της πρόκλησης ναυαγίου και διακίνησης μεταναστών.
Οπως έγινε γνωστό χθες στη συνέντευξη Τύπου, στην προανάκριση έχουν καταθέσει μέχρι στιγμής 23 επιζώντες, ενώ βρίσκεται υπό διερεύνηση το κινητό τηλέφωνο του πλοιάρχου του περιπολικού 920. Οι δικηγόροι θα καταθέσουν αίτημα να γίνει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τα κινητά των επιζώντων και για να περιληφθούν στη δικογραφία τα αποτελέσματα της πραγματογνωμοσύνης και το περιεχόμενο των κινητών. Τα κινητά αυτά εντοπίστηκαν μήνες μετά το ναυάγιο, ξεχασμένα σε αποθήκη στα Κύθηρα, όπου είχαν μεταφερθεί κάποιοι από τους διασωθέντες, ενώ, όπως ειπώθηκε, η ανακριτική αρχή της Καλαμάτας έκρινε, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να διατάξει ειδική πραγματογνωμοσύνη, ότι είχαν αχρηστευτεί επειδή είχαν πέσει στο νερό και συνεπώς ήταν αχρείαστη η εξέτασή τους.
Αλλα κρίσιμα αιτήματα συλλογής και αξιοποίησης αποδεικτικών στοιχείων εκκρεμούν ενώπιον της Εισαγγελίας του Ναυτοδικείου, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα να χρησιμοποιηθεί βαθυσκάφος για να εντοπίσει και να φωτογραφήσει το βυθισμένο αλιευτικό, ώστε να συλλεγούν τυχόν στοιχεία που επιβεβαιώνουν την καταγγελία της ρυμούλκησής του. Η αιτιολογία για την απόρριψη αυτού του αιτήματος, όπως και του αιτήματος της ανέλκυσης του μοιραίου αλιευτικού, ήταν ότι πρόκειται για πολύ κοστοβόρες επιχειρήσεις.
Η Μαρία Παπαμηνά από το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες μετέφερε «το εύλογο παράπονο των διασωθέντων ότι αν δεν ήταν αυτοί, που είναι φτωχοί μετανάστες και πρόσφυγες, άλλη θα ήταν η αντιμετώπιση και του περιστατικού και των αιτημάτων για την ανάσυρση του σκάφους ή τη φωτογράφισή του». «Ζητάμε να διερευνηθεί εξονυχιστικά πώς έγινε αυτή η τραγωδία. Επιμένουμε να υπάρξει πλήρης διαφάνεια, να αναζητηθούν και να αξιολογηθούν όλα τα κρίσιμα στοιχεία», σημείωσε.

Από την πλευρά της, η Ελένη Σπαθανά από την Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο επισήμανε ότι περίπου 20 μηνυτές βρίσκονται σε μια γκρίζα ζώνη καθώς περιμένουν να ολοκληρωθεί η διαδικασία ασύλου. Υπογράμμισε ότι είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλιστεί ότι δεν θα απελαθούν, αλλά ότι αντιθέτως θα τους δοθεί άσυλο, καθώς μάλιστα η τυχόν απέλασή τους στη χώρα τους θα τους έβαζε σε κίνδυνο στοχοποίησης από τα κυκλώματα διακίνησης. «Σε κάθε περίπτωση η διασφάλιση της διαμονής τους στην Ελλάδα είναι κρίσιμη για να διεξαχθεί η διαδικασία με τους ουσιώδεις μάρτυρες», υπογράμμισε.
Επισήμανε επίσης το πόρισμα της Frontex που αποδίδει ευθύνες στο Λιμενικό και επιβεβαιώνει τις κατηγορίες των επιζώντων. Σημείωσε όμως ότι υπάρχουν ευθύνες και της ίδιας της Frontex, καθώς είχε την υποχρέωση να συνεχίσει να επιτηρεί το περιστατικό, αν όχι να παρέμβει, εφόσον είχε από νωρίς σαφή εικόνα ότι επρόκειτο για περιστατικό κινδύνου. «Δεν είναι ένα τραγικό δυστύχημα, είναι ένα έγκλημα. Το ναυάγιο της Πύλου όπως και του Φαρμακονησίου δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι πτυχές μιας ευρωπαϊκής πολιτικής αποτροπής που γίνεται με κόστος ανθρώπινες ζωές. Το νέο σύμφωνο μετανάστευσης που κανονικοποιεί παρελθούσες παρανομίες δημιουργεί ένα ζοφερότερο περιβάλλον. Είμαστε εδώ για να αντισταθούμε με όποια μέσα διαθέτουμε», σημείωσε.
«Είναι ντροπή για μας και για την Ε.Ε. αυτό που έγινε στα ανοιχτά της Πύλου και στη συνέχεια» σημείωσε η Ιωάννα Κούρτοβικ από το Δίκτυο για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών. Αναφέρθηκε διεξοδικά στη δημοσιογραφική έρευνα και τις εκθέσεις της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωκοινοβουλίου, την έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου για το κράτος δικαίου και τις έρευνες διεθνών οργανώσεων, όπως η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch, που έχουν αποκαλύψει κρίσιμες πτυχές του εγκληματικού ναυαγίου και έχουν αναδείξει διεθνώς το αίτημα για δικαιοσύνη.
