Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μαντατοφόρος από την κόλαση του Άουσβιτς, η τελευταία χριστιανή επιζήσασα των στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν είναι πια μαζί μας. Πέθανε σε ηλικία 98 ετών στο Γηροκομείο Στυλίδος «Ίδρυμα Αργύρη Πετρή – Στέγη γερόντων» της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος. Το επάγγελμά μου με έφερε κοντά της πριν πολλά χρόνια για μια συνέντευξη για την εφημερίδα «Έθνος» με την οποία τότε συνεργαζόμουν. Εκείνη η επαφή στάθηκε αφορμή για μια πολύ βαθύτερη επαφή, τέτοια που δεν μπορεί να περιγραφεί τούτη την στιγμή στο βάθος που αξίζει γιατί περιέχει αξίες που θα τύχουν της παρουσίασης που αξίζουν. Θα κουβαλάω πάντως όσο ζω το πολύτιμο δώρο της και ακολούθως θα έχει την τύχη που του αξίζει (αυτό το γνώριζε και όσο ζούσε). Τούτη την στιγμή που η συγκίνηση δεν αφήνει περιθώρια για άλλες ψύχραιμες σκέψεις. Σαν ελάχιστον αποχαιρετισμό δημοσιεύω όσα είχα πει στην τιμητική εκδήλωση που της είχε οργανώσει στις 3 Νοεμβρίου 2016 ο δήμαρχος Στυλίδας Απόστολος Γκλέτσος αναγορεύοντας την Βάσω σε επίτιμη δημότισσα του Δήμου.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Βάσω Σταματίου γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Συνελήφθη μετά από κατάδοση σπιούνων στις 28.3.1944 από τους Γερμανούς γιατί ως φοιτήτρια της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ ανήκε στην ΕΠΟΝ και είχε συμμετάσχει σε πορείες και κινητοποιήσεις φοιτητών. Την 1.4.1944 μεταφέρθηκε από τις φυλακές του Παύλου Μελά Θες/κης στις φυλακές Μπάνιτσε, έξω από το Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας. Στις 28.6.1944 μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς. Ακολούθως στις 30.9.1944 μεταφέρθηκε στο Ράβενσμπρικ (Ravensbruck) της Γερμανίας. Στις 27.10.1944 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Μπούχενβαλντ (Buchenwald) κομάντο Μάγκντεμπουργκ (Magdeburg). Στις 8.4.1945 οι Γερμανοί φρουροί εγκατέλειψαν το στρατόπεδο του Μάγκντεμπουργκ καθώς είχε φτάσει ο Κόκκινος Στρατός.

Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από 5 μήνες φοβερής περιπλάνησης. Ένα μέρος όσων έζησε το περιέγραψε στο βιβλίο της «βαρούμ! Μια Ελληνίδα στο Άουσβιτς».

ΤΙΤΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ

Βάσω Σταματίου: Με την γοργόνα να ρωτά «ζει ακόμη τα ναζιστικό τέρας;»

Η Βάσω Σταματίου πέρασε από την κόλαση. Στην κόλαση δεν υπάρχουν ονόματα, τα ξεχνούν και όσοι προσπαθούν να αντισταθούν στην αμνησία. Η Βάσω Σταματίου διατηρεί το όνομά της γιατί επέζησε. Η κόλαση των στρατοπέδων συγκέντρωσης ήταν μια διαρκής σιωπηλή και μόνιμη διαδικασία, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, οι κρατούμενοι να μετατραπούν σε διαβόλους που δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο πέρα από τον εαυτό τους, σε μια επιβίωση χωρίς ελπίδες, να υπάρχουν μόνο με μια λειτουργία των σωματικών λειτουργιών χωρίς κανένα άλλο δείγμα ζωής με ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Τα στρατόπεδα ήταν ο μηδενισμός κάθε ανθρώπινης συνθήκης.

Κορμιά σαν να βρίσκονται σε κώμα, νεκροζώντανοι, όλοι τους σε μία και μόνη προσπάθεια, να δείξουν ότι δεν έπρεπε κάποιος να κλείσει τα μηχανήματα που τον κρατούν στη ζωή, ένα γεγονός που επαναλαμβανόταν κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο, κορμιά που συντηρούσαν την μηχανή αέναης παραγωγής θανάτου.

Σήμερα λοιπόν έχω κληθεί να σας μιλήσω για έναν άνθρωπο που βγήκε ζωντανός μέσα από τις καμινάδες. Άρα πρέπει να μιλήσω για έναν άνθρωπο που πέθανε αλλά παρευρίσκεται εδώ ως εκπρόσωπος των ζωντανών και των νεκρών ταυτοχρόνως.

Το εγχείρημα μου είναι προφανώς ατελέσφορο, η φαντασία σηκώνει τα χέρια, παραδέχεται την αδυναμία της, αφού η φαντασία καλπάζει κυρίως για πράγματα που ποτέ δεν έχουν υπάρξει, πόσο μάλλον όταν λειτουργεί ή αυτοακυρώνεται, ως ξόρκι, για συνθήκες που όλοι απεύχονται να ζήσουν.

Η φαντασία καταργείται διότι καλούμαστε να σκεφτούμε, να αναπλάσουμε, κάτι που έχει ήδη συμβεί. Μια φρίκη χωρίς ελπίδα να σωθείς, χωρίς δίοδο διαφυγής, χωρίς καμιά δυνατότητα πέρα από αυτήν που ορίζει η επιλογή ανάμεσα σε μια σφαίρα, το ηλεκτροφόρο σύρμα, την εξουθένωση και την ασιτία.

Βλέποντας εικόνες της φρίκης από τα απελευθερωμένα ναζιστικά στρατόπεδα έφτασαν σε εμάς αποκρουστικές εικόνες νεκρών και επιζώντων, βλέπουμε, όσοι τουλάχιστον έχουν γερό στομάχι, το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής θανάτου και εξόντωσης.

Μία από τους επιζώντες είναι και η Βάσω Σταματίου και είναι παρούσα σήμερα, ενώπιον μας, αλλά έχω την εδραία εντύπωση πως δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι ακόμη, ότι είναι μάλλον αδύνατο να προσεγγίσουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο όσα έζησε η ίδια και όσα καταγράφηκαν στο μυαλό της, για όσα πέρασαν οι συγκρατούμενες και συγκρατούμενοί της.

Νομίζω ότι η παρούσα Βάσω Σταματίου, είναι μια άλλη Βάσω, δεν έχει καμιά σχέση με το κορίτσι που ένα βράδυ φορτώθηκε σε ένα βαγόνι τρένου για ζώα, το οποίο την μετέφερε σε ένα άχρονο και άτοπο χώρο. Η Βάσω που είναι σήμερα μαζί μας, δεν είναι η Βάσω που ήταν στα νιάτα της και, ίσως, δεν θυμάται και η ίδια ποια ακριβώς Βάσω ήθελε να γίνει.

Δεν αυθαιρετώ, δεν πιθανολογώ άνευ στοιχείων, συμπεραίνω, όσο μπορώ ποιο ψύχραιμα, ακροπατώντας όσο γίνεται ποιο διακριτικά στις κορυφές της διαδρομής της μετά τα στρατόπεδα. Ή, ας πω τώρα που πήρα ανάσες, την λέξη που ήθελα να αποφύγω: ποιά είναι η Βάσω μετά το Άουσβιτς.

Κυρίες και κύριοι δεν πρόκειται για εκφραστικό αδιέξοδο καλυμμένο με λέξεις, δεν πρόκειται για διανοουμενίστικο παιχνίδι με τα νοήματα: να μιλήσεις, να πεις τα ονόματα των στρατοπέδων, του στρατοπέδου, των νεκρών συγκρατουμένων, των δεσμοφυλάκων, να περιγράψεις την διαδικασία θανάτου δεν είναι εύκολο, για πολλούς μάλιστα στάθηκε ακατόρθωτο. Και οι περισσότεροι επιζώντες στάθηκε αδύνατο να μιλήσουν, για κάποιους στάθηκε αδύνατο να ζήσουν.

Η Βάσω χρειάστηκε περίπου (55) πενήντα πέντε συναπτά χρόνια για να μπορέσει να κρατήσει ανάμεσα στα δάχτυλα το μολύβι και να επαναφέρει λωρίδες μνήμες, από φουστάνια, κασκόλ, πουλόβερ, ένα φλέρτ ανάμεσα στα συρματοπλέγματα, άγριο ξύλο, πόνους από σπασμένα πλευρά, εκτελέσεις, πείνα, άγρια πείνα, αναμνήσεις από ασκήσεις νεκροθαπτικής σε άγρια δολοφονημένους ανθρώπους, πώς ανέσυρε το πείσμα να μείνει ζωντανή, ελπίζοντας, σε τι άραγε, κι αν έλπιζε πώς έλπιζε, και η πείνα, η πείνα κυρίες και κύριοι, πώς να περιγραφεί ύστερα από την ίδια, εννοώ όταν ήταν χορτασμένη πια, αν χόρτασε ποτέ, και κυρίως πώς να περιγράψεις την πείνα σε χορτάτους.

Κι ίσως, πάνω απ’ όλα πώς να περιγράψεις σε υγιείς πνευματικά ανθρώπους την Κόλαση; Δεν ξέρω πώς μπόρεσε και κατάφερε η Βάσω πενήντα χρόνια μετά να μιλήσει, αν και υπάρχει και το παράλληλο ερώτημα – βασανιστήριο, πώς μπόρεσε να μην μιλήσει; Αλλά αυτό το ερώτημα ίσως πάλι, εμείς, του παρόντος χρόνου οι άνθρωποι εννοώ, και των άλλων παρόντων χρόνων, των εποχών που πέρασαν από την τελευταία μέρα των στρατοπέδων, από την τελευταία μέρα στο Άουσβιτς, αυτό το ερώτημα έχει μια τρομαχτική απάντηση, γι αυτό και συνήθως δεν το διατυπώνουμε: ήμασταν ή ήσασταν έτοιμοι και ικανοί να το ακούσουμε, να το ακούσετε;

Να λοιπόν γιατί έχουμε ενώπιον μας έναν άνθρωπο που είναι δύο. Ας το φανταστούμε λοιπόν, λίγο, όσο μας επιτρέπεται αυτό το πριν και το μετά, αυτούς τους δύο ανθρώπους σε κορμί ενός.

Ένα κοριτσάκι μεγαλώνει σε ένα χωριό της Αριδαίας, παίζει στην αυλή του πατρικού σπιτιού με τα χώματα, τα λουλούδια και τα ζώα, τελειώνει εκεί το δημοτικό σχολείο κι ύστερα, επειδή ο πατέρας της είναι δημόσιος υπάλληλος βρίσκεται στην καρδιά μιας μεγάλης πόλης, της Θεσσαλονίκης, και μάλιστα επί της οδού Τσιμισκή, η οποία ήταν από τότε ο μεγάλος εμπορικός δρόμος της πόλης.

Το κοριτσάκι αυτό τελειώνει το γυμνάσιο και εισάγεται ως γυναίκα πια στο πανεπιστήμιο. Η χώρα της κοπελούδας είναι καταχτημένη και, φυσικά μια φοιτήτρια εκείνης της εποχής δεν θα έμενε μακριά από πράξεις πατριωτισμού, όχι τίποτα ηρωικά πράγματα, με βάση τα σημερινά, αντιστασιακά όμως σίγουρα, με βάση εκείνα τα μέτρα του μακρινού καιρού, καθώς έπαιζες τα κεφάλι σου για απλά πράγματα, όπως να μοιράζεις προκηρύξεις ή να μιλάς για ελεύθερη πατρίδα μπρος στα μούτρα ναζιστικών θηρίων.

Αλλά ακόμη και μέχρι εδώ, όλα είναι υπό μία έννοια «φυσιολογικά». Διότι αυτή η όμορφη κοπέλα με τα μεταξωτά μαλλιά στους ώμους αίφνης εξαφανίζεται σε ένα τρένο με μοναδικό εφόδιο ένα κλαράκι ανθισμένης αμυγδαλιάς που της έφερε η γιαγιά της από την Αριδαία. Η σκηνή αυτή είναι αδιανόητης έντασης. Ακόμη κι αν, ούτε η Βάσω, ούτε η γιαγιά της γνωρίζουν που ακριβώς θα βρεθεί στη συνέχεια, είναι όμως σίγουρο ότι το μέλλον της είναι αβέβαιο, τουλάχιστον, και η γιαγιά της, σκεφτείτε το, της φέρνει στο τρένο ένα κλαράκι ανθισμένης αμυγδαλιάς.

Αλλά, κυρίες και κύριοι, η λογοτεχνία εδώ, σ αυτό το σημείο, δεν βοηθά καθόλου, είναι παντελώς αδύναμη, ίσως όχι αχρείαστη αλλά σαφώς άκαιρη και διαπιστωμένα άστοχη. Αυτό το όμορφο κορίτσι με το κλαράκι της αμυγδαλιάς για όπλο δεν θα το ξαναδούμε ποτέ πια και μόνο η σάρκινη συνέχεια του που είναι μπροστά μας μπορεί, ίσως, κι αν θέλει, να μας πει περισσότερα.

Το κορίτσι ζει και διαβαίνει όλα τα επίπεδα της Κόλασης. (διαβάστε το βιβλίο της και αναλογιστείτε γιατί σταματά την διήγηση ενώ το κορίτσι είναι ακόμη μέσα στο στρατόπεδο; Γιατί δεν υπάρχουν αναφορές στην απελευθέρωση; Γιατί δεν μιλά για πράγματα που σταμάτησαν τον εφιάλτη;) Βγαίνοντας αναπάντεχα ζωντανή επιστρέφει και διαπιστώνει ότι κανείς δεν θέλει να μάθει περισσότερα. Από ενοχές ή ντροπή η κοινωνία αρνείται να ακούσει, εξάλλου πολλοί συνεργάτες των ναζήδων είναι και πάλι στα πράγματα, κάνουνε κουμάντο, το επιζών αντίγραφο της κοπελούδας με τα μεταξωτά μαλλιά έχει έρθει από την χώρα των νεκρών, έχει επιστρέψει όταν όλοι προσπαθούν να ξεχάσουν.

Οπότε το μήνυμα που κουβαλάει το θάβει μέσα της και προσπαθεί να μιλήσει την γλώσσα επικοινωνίας που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία, ξαναπάει στο πανεπιστήμιο αλλάζοντας σχολή, την θέλγει η φιλοσοφική είναι αποκούμπι κι ανασεμιά η λογοτεχνία, και ψάχνοντας για δουλειά την συστήνουν για το ραδιόφωνο, το κρατικό υπήρχε μόνο τότε αλλά κάνει ένα μοιραίο για την εποχή σφάλμα. Φοράει στο κεφάλι ένα άλικο κόκκινο μαντήλι στα μαλλιά, ως προέκταση του κόκκινου αστεριού που φορούσε στο Άουσβιτς; Ποιος ξέρει; Ξέρουν όμως οι «υπεύθυνοι» που κάτι τέτοια δεν τα σηκώνουν. Κι από εκεί, καθώς η καρδιά και τα χέρια της πεινασμένα για δημιουργία, την στέλνουν στην Ιταλία, στο Μιλάνο για σπουδές ενδυματολογίας αλλά η πατρίδα την τραβά όσο και την απωθεί, σπουδάζει και σκηνογραφία, ο κόσμος του θεάτρου είναι προέκταση μιας παράστασης από τα χρόνια του Μεγάλου Ταξιδιού, από τις φυλακές στην Σερβία όπου μέσα στο κελί είχε δοθεί μια αξέχαστη παράσταση.

Κάνει την πρώτη και μοναδική έκθεση ενδυματολογίας στην Αθήνα με παρόντες τον Κάρολο Κουν, τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Κορνούτη, της προτείνουν θέση στη Λυρική Σκηνή αλλά αυτήν την έτρωγε η πρόζα, κάνει τα ρούχα του Ριγκολέτο σε μια παράσταση με τον σπουδαίο Τίτο Γκόλι και αναλαμβάνει το βεστιάριο της Λυρικής και αρχίζει να αρθρογραφεί στο Φαντάζιο αλλά, έρχεται ο έρωτας, και το παιδί, ο γιός της, για να εγκατασταθεί στο τέλος και για 24 χρόνια στην Ερέτρια όπου κρατά ένα τουριστικό κατάστημα το οποίο της εξασφαλίζει μια άνετη διαβίωση.

Η λέξη «άνετη» χρησιμοποιείται σκοπίμως για αναστοχασμό από τον γράφοντα το παρών σημείωμα. Η λέξη περιγράφει την συνθήκη μιας αδιατάρακτης ζωής, όπου η αξιοπρέπεια συνορεύει με την αφασική μαλάκυνση, αλλά το ερώτημα, το μέγα ερώτημα, αναπάντητο εισέτι, είναι αν η απάντηση που έδωσε στην πράξη η Βάσω Σταματίου εναρμονίζεται με την ζωή καθαυτή ή με εκείνο το πέρασμα από τον άλλο κόσμο, κατά το κοινώς λεγόμενο, μήπως εν τέλει, ακόμη κι αν ο κλειδούχος στο τρένο της ζωής της άλλαξε την τελευταία στιγμή την κατεύθυνση στις ράγες δεν μεταμόρφωσε διόλου την πορεία του σιδηροδρομικού συρμού; Κι απλούστερα: πώς ήταν άραγε οι ύπνοι της ζωής της;

Οπότε γυρνάμε στον λόγο για την αποψινή μας μάζωξη. Τι μας φέρνει εδώ να τιμήσουμε και να μιλήσουμε γι αυτή την γυναίκα; Μα το γεγονός ότι είναι επιζήσασα της πλέον αποκρουστικής εμπειρίας, ενός άφθαστης αγριότητας ιστορικού συμβάντος. Είναι μπροστά μας ως μάρτυρας της βιομηχανικής οργάνωσης του θανάτου, είναι μαζί δραπέτης και ταχυδρόμος από την Κόλαση.

Μπορώ να καταθέσω προσωπικά, τρόπον τινά να αποκαλύψω, μόνο ετούτο: ότι η γυναίκα αυτή αγαπάει πολύ την θάλασσα (χαίρεται εδώ στη Στυλίδα που βλέπει ένα κομμάτι θάλασσα) και είχε (ή έχει) μανία να κατασκευάζει γοργόνες. Από κοχύλια, φύκια και δίχτυα.

Αναλογίστηκα και ζύγισα πολλές φορές τούτη την αγάπη της για το μυθικό αυτό πλάσμα με τα δυό κορμιά και τις δυό ψυχές, του στέρεου και του υγρού κόσμου. Του ανθρώπου που μιλά και του ψαριού που βυθίζεται στην απέραντη σιωπή του βυθού. Ελκυστική και επίφοβη ταυτόχρονα η γοργόνα. Συμπωματικά; Δεν διηγείται ποτέ η ίδια αλλά θέτει τα ερωτήματα, απαιτώντας μόνο μια απάντηση, παρηγορητική και καθησυχαστική, μια απάντηση γεμάτη ελπίδα, οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται και προκαλεί καταστροφές στους αστόχαστους ή τους αμνήμονες.

Και σάμπως, λέω, αυτή η διπλή φύση της γυναίκας που είναι απόψε μαζί μας δεν θα μπορούσε, πριν προλάβουμε, πριν τολμήσουμε να της θέσουμε ερωτήματα απλής περιέργειας, ή έστω συγκατάβασης, δεν θα μπορούσε λοιπόν να εκτοξεύσει εναντίον όλων μας το Τρομερό Ερώτημα επικαιροποιημένο σε σχέση με τον μύθο: «ζει ακόμη και πώς το επιτρέπεται αυτό στο ναζιστικό τέρας που κατέστρεψε τον κόσμο κι έκοψε το κορμί και την ψυχή μου στη μέση»;

Οπότε εκλαμβάνω την τιμητική βραδιά για την Βάσω σαν την σωστή απάντηση που πρέπει οι άνθρωποι να δίνουν στο Τέρας για να μην περάσουν τουλάχιστον αυτοί και τα παιδιά τους τα ίδια μαρτύρια.