«Δηλαδή νομίζεις ότι θα καταφέρει να ξαναλειτουργήσει ο σιδηρόδρομος στην Ελλάδα;» Η Ρουθ από τη Βαλτιμόρη των Ηνωμένων Πολιτειών, που μας υποβάλλει το ερώτημα, είναι ένας από τους λιγοστούς επιβάτες της αμαξοστοιχίας 52, της πρώτης που εκτέλεσε χθες επιβατικό δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη μετά το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη πριν από 34 μέρες.
Οι αλλοδαποί επιβάτες ήταν σχεδόν η πλειονότητα στο χθεσινό ταξίδι. Το άκουγες στην ομιλία, το έβλεπες στο παρουσιαστικό τους και στα βλέμματα απορίας που είχαν καθώς έφταναν στον σταθμό Λαρίσης και αντίκριζαν πλήθος από τηλεοπτικές κάμερες και ελάχιστους συνταξιδιώτες. Καθόμαστε στην πενταμελή παρέα τής Ρουθ αρκετή ώρα μετά την έναρξη του ταξιδιού.
«Είχαμε διαβάσει για το τραγικό δυστύχημα, αλλά δεν γνωρίζαμε ότι σήμερα θα γινόταν το πρώτο δρομολόγιο. Απλώς βγάλαμε εισιτήριο και μπήκαμε σε ένα άδειο τρένο», μας λένε. Δεν μοιάζουν ενθουσιασμένοι από την εμπειρία να ταξιδεύουν περιτριγυρισμένοι από συνεργεία της τηλεόρασης και μικρόφωνα που τους ζητούν να πουν πώς νιώθουν. Ούτε, όμως, δείχνουν και να ανησυχούν. Χαμογελούν όταν ρωτάμε για το αν θα ταξιδέψουν και άλλη φορά με τον ελληνικό σιδηρόδρομο. Ανταποδίδουμε με ένα χαμόγελο στην ερώτηση εάν κάποτε τα ελληνικά τρένα θα λειτουργήσουν και πάλι κανονικά, γεμάτα επιβάτες που να απολαμβάνουν το ταξίδι.
Τα χαμόγελα, αν και αμήχανα, έρχονται με κόπο να αντισταθμίσουν τα σκυθρωπά πρόσωπα που φορούν οι αρμόδιοι, κυρίως μόλις συναντούν κάμερες. Την αρχή έχει κάνει από το πρωί ο εξαφανισμένος από τις 8 Μαρτίου υπουργός Επικρατείας, Γιώργος Γεραπετρίτης. Ο κ. Γεραπετρίτης ήρθε στον σταθμό Λαρίσης, έκανε τις δηλώσεις του, φωτογραφήθηκε μέσα στην καμπίνα του μηχανοδηγού και ταξίδεψε εκεί, ίσως για να αποφύγει πάλι κάποια ενοχλητική ερώτηση. Κατέβηκε στην Οινόη, τον πρώτο σταθμό από την Αθήνα, για να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, προκειμένου να ταξιδέψει στη Γαλλία. Το τρένο στο οποίο επιβιβάστηκε ο υπουργός στις 8 το πρωί είχε προορισμό την Καλαμπάκα. Οι κάμερες έμειναν στον σταθμό Λαρίσης να περιμένουν τους επιβάτες της αμαξοστοιχίας προς Θεσσαλονίκη.
Στον κάποτε πολυσύχναστο κεντρικό σταθμό της Αθήνας, επικρατεί ένα μείγμα ερημιάς και αναταραχής. Τεράστιες μπουλντόζες σκάβουν κοντά στο κτίριο όπου κάποτε προσέγγιζαν τα τρένα για ταξίδια χαράς, λύπης και ξενιτιάς. Μοιάζει σαν μια γιγαντιαία και βίαιη ανασκαφή προς αναζήτηση των δακρύων που κάποτε στάλαζαν εκεί.
Οι συνάδελφοι με τα μικρόφωνα συνεχίζουν να κυνηγούν δηλώσεις από τους ταξιδιώτες. Οπως θα δούμε αργότερα, παίρνουν δήλωση και από τον συνδικαλιστή της ΔΑΚΕ που συνόδευε τον υφυπουργό Παπαδόπουλο τη μέρα που έτρεξε στη Λάρισα για να αποδείξει ότι λειτουργεί «τοπική τηλεδιοίκηση». Είναι ο ίδιος συνδικαλιστής που ανέλαβε να απαλλάξει τον υφυπουργό από τον σταθμάρχη που επέμενε μπροστά στις κάμερες να λέει ότι αυτό δεν είναι «τοπική τηλεδιοίκηση», αλλά πίνακας τοπικού χειρισμού.
Λίγο αργότερα, επιβάτης που μιλά με άνεση στις κάμερες και θυμίζει πρόσωπο γνωστό, αποκαλύπτεται ότι έχει σχέση με τον πρωθυπουργό και την αδελφή του. Θα κατέβει πριν από τη Θεσσαλονίκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταγγείλλει αργότερα τους στημένους «επιβάτες» και τον Κυρ. Μητσοτάκη που, μετά την προσπάθεια διάχυσης της ευθύνης, «ζητάει υποκριτικές συγγνώμες και επιχειρεί τη συγκάλυψη με προκλητικά ασυμβίβαστα και το ακαταδίωκτο των μελών της Επιτροπής», ενώ τώρα δείχνει «ότι έχει αποφασίσει να ξεπεράσει κάθε όριο».
Το τρένο για Θεσσαλονίκη ξεκινά. Με μικρή σύνθεση, πέντε βαγονιών επιβατών αντί για τη συνήθη των επτά. Ακόμη κι έτσι, θα μπορούσε να χωρά 350 άτομα. Οι συνοδοί με τις στολές τους τρέχουν πάνω κάτω για τις λίγες δεκάδες επιβατών. Μπαίνουμε στο βαγόνι-καφετέρια. Μετά τις διηγήσεις που το αφορούσαν στο δυστύχημα των Τεμπών, η αρχική αίσθηση δεν έχει καμία σχέση με χαλάρωση. «Προσφορά της ημέρας, γαλλικός καφές και κρουασάν, δύο ευρώ», έλεγαν πριν από λίγο τα ηχεία. Ζητώ νερό για τον παππού που κάθεται στο πίσω βαγόνι και με παρακάλεσε να του φέρω επειδή δυσκολεύεται να περπατήσει. Ευχαριστώ τις κυρίες του καφέ. «Θα πληρωθείτε για τον μήνα αυτόν που δεν γίνονταν δρομολόγια;», ρωτώ. Δεν ξέρουν. Ελπίζουν. Μας μιλούν για τους συναδέλφους τους που χάθηκαν. «Πρόλαβαν να δουν εγγονάκια, τουλάχιστον», λένε.

Στην επιστροφή προς τα πίσω βαγόνια, κάποιοι νεότεροι επιβάτες έχουν ήδη αποκοιμηθεί. Ισως βοηθούν τα ακουστικά που φορούν. Θυμάμαι ότι αυτός ο «λευκός θόρυβος» των τρένων πάντοτε με χαλάρωνε. Αυτή τη φορά, όχι. Κάθε επίμονο κορνάρισμα, κάθε απότομο φρενάρισμα τρυπά σαν καρφίτσα. Ακόμη και η στιγμή που σταματά για λίγο ο θόρυβος του εξαερισμού. Σε κάθε σταθμό, βλέμματα από τις αποβάθρες που είχαν ερημώσει εντελώς τόσες μέρες. Σε κάθε ισόπεδη διάβαση, ΙΧήδες που βιάζονται να συνεχίσουν τη διαδρομή τους.
Ο παππούς ευχαριστεί για το νερό. «Δεν φοβάστε το ταξίδι;» ακούει την ερώτηση για πολλοστή φορά. «Οχι, συμβαίνουν αυτά», μονολογεί. Λίγο πιο πίσω, ένας καλοστεκούμενος συνταξιούχος επιστρέφει σπίτι του στη Χαλκιδική. «Περίμενα μέρες να ξεκινήσουν τα τρένα. Αναγκάστηκα να κατέβω με το ΚΤΕΛ και αγανάκτησα. Επτά ώρες, με μία και μόνη στάση. Τουλάχιστον εδώ μπορώ να κάνω λίγα βήματα, να ξεμουδιάσω, να πάω στην τουαλέτα χωρίς να παρακαλάω τον οδηγό του πούλμαν», μας θυμίζει κάποια κλασικά προτερήματα του σιδηροδρόμου. «Ατυχήματα συμβαίνουν, ξεχάσαμε εκείνο με το πούλμαν στα Τέμπη και το φορτηγό που κουβαλούσε τα νοβοπάν;»…
Φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Βροχή με το τουλούμι. Το ταξίδι βασανιστικά ολοκληρώνεται. Αλλά για τον σιδηρόδρομο θα αργήσει να ξημερώσει…
Επιστροφή στα μπροστινά βαγόνια. Στο πρώτο, της «πρώτης θέσης», με τα χωριστά κουπέ. Σε ένα από αυτά μια Ελληνίδα. Το κινητό της χτυπά συνεχώς. Παρακαλάει την κόρη της να ηρεμήσει. Να μην ανησυχεί ότι θα πάθει κάτι. «Ο,τι θέλει ο Θεός θα γίνει. Δεν γίνονται κάθε μέρα τέτοια», λέει.
Κοιτάζει τα διπλανά καθίσματα. Μιλά για δυο φίλες της. Αδελφές, που βρέθηκαν απανθρακωμένες στο πρώτο βαγόνι της μοιραίας αμαξοστοιχίας. «Θα μπορούσα κι εγώ να ταξιδεύω σε εκείνο το τρένο». «Με σταμάτησε η δική μου αδελφή που εκείνη την ημέρα έκανε σοβαρή εγχείρηση στην Αθήνα». Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. «Δεν σε ακούω, δεν έχει σήμα. Ναι, όλα καλά. Μην ανησυχείς», επαναλαμβάνει μονότονα. «Οχι, δεν πάω στο τελευταίο βαγόνι. Μα τι λες; Οταν έπεσε το αεροπλάνο σταματήσαμε να πετάμε;»…
Στον θεσσαλικό κάμπο η βροχή έχει δυναμώσει για τα καλά. Πλησιάζουμε στο σημείο «μηδέν». Το τρένο επιβραδύνει. Η εθνική οδός δίπλα μας ανυψώνεται να περάσουμε εμείς μέσα από το μικρό τούνελ που βλέπαμε επί μέρες φόντο στα σμπαραλιασμένα βαγόνια. Ολα καθαρισμένα. Το στομάχι σφίγγεται όπως εκείνη τη βραδιά. Κάθομαι αποκαμωμένος στην καρέκλα. Ενα χτύπημα στο τζάμι και μετά κι άλλο, κι άλλο, διακόπτουν κάθε προσπάθεια ηρεμίας. Είναι κλαδιά από δέντρα που φούντωσαν τις εβδομάδες που δεν περνούσε τρένο.
Ενας σιωπηλός συνεπιβάτης πιάνει την κουβέντα. Εχει έρθει από την Αυστραλία. Δεν μοιάζει να ανησυχεί για τίποτε. Μας διαψεύδει λίγο αργότερα. Λέει ότι δεν έκανε εμβόλιο για τον κορονοϊό και φοβάται πως θα έρθουν νέες πανδημίες.
Φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Βροχή με το τουλούμι. Σαν κάποιος να απαντά στη συναυλία της προηγούμενης μέρας κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού – και της βροχής. Σαν να ανταγωνίζεται τα δάκρυα που χύθηκαν επί μέρες, ειλικρινή και υποκριτικά, για τα θύματα των Τεμπών. Η βροχή δεν σταματά ούτε μέσα στον σιδηροδρομικό σταθμό που στάζει η οροφή του. Το ταξίδι βασανιστικά ολοκληρώνεται. Αλλά για τον σιδηρόδρομο θα αργήσει να ξημερώσει…
