Σήμερα το απόγευμα στις 6.30 στον «Παρνασσό» θα μιλήσουν εκείνοι που γνώρισαν, διάβασαν και αγάπησαν τον ποιητή, πανεπιστημιακό, εκδότη και συγγραφέα Μίμη Σουλιώτη με αφορμή τα δέκα χρόνια από τον θάνατό του. Γεννημένος το ’49 ήταν από τις γενιές που είχαν την «τύχη» να ζήσουν συμπυκνωμένα πολλά χρόνια Ιστορίας ενός κόσμου που τόσο γρήγορα άλλαζε. Ο πάντα ανήσυχος ποιητής ήταν στρατευμένος όχι σε κάποιο κόμμα, αλλά σταθερά στις ιδέες της Αριστεράς από τα φοιτητικά του χρόνια και μέχρι το τέλος.
«Είναι μια θάλασσα κι οι Πρέσπες, χωρίς καημούς για τη στεριά— η θάλασσα φέρνει χωρισμό η λίμνη δεν προφταίνει.» | (Από τη συλλογή «Ηλιος στη Σκοτία», 2001)
Η «Εφ.Συν.» κυκλοφορούσε μόλις το 19ο φύλλο της την ημέρα που ο ακριβός μας φίλος Μίμης Σουλιώτης άφηνε πίσω του το τελευταίο μισοάδειο πακέτο τσιγάρων, την τελευταία βόλτα στον παγωμένο Σακουλέβα, το τελευταίο καυστικό αστείο στην τάξη των φοιτητών του, το τελευταίο γεμάτο τραπέζι στο σπίτι τους στη Φλώρινα, το μαλακό χιόνι, το τελευταίο ουίσκι στο «Εν Φλωρίνει», τον τελευταίο στίχο γραμμένο στη χαρτοπετσέτα κάποιας ταβέρνας, τις μελαγχολικές Πρέσπες, το σινιάκι (είδος ομίχλης) της Φλώρινας που σου παγώνει τα κόκαλα, τη Μεκάση, τα παιδιά και τα εγγόνια του κι όλους εμάς που τον αγαπήσαμε και που μας έκανε την τιμή να απολαύσουμε την παρέα, τη φιλία, τον διάλογο και τα πειράγματά του για χρόνια.
Αφησε πίσω του ένα σπουδαίο και σπάνιο ποιητικό, διδακτικό και συγγραφικό έργο που είναι σπάνιο όχι μόνο γιατί ο Μίμης είχε αυτό που κάπως στερεότυπα ονομάζουμε ταλέντο, αλλά γιατί μέσα στους στίχους του κρύβονται όλα εκείνα τα σκοτεινά και παράξενα των Βαλκανίων, όλα εκείνα το στενάχωρα που βαραίνουν όσους ζουν στα ταραγμένα μακεδόνικα σύνορα, εκεί που ο πελαργός ζυγίζει το μετέωρο βήμα του.
Αθηναίος αλλά και Βλάχος στην καταγωγή ο πολίτης της Φλώρινας, μιας πόλης που εξαναγκάστηκε να κρύβει τα πολύτιμα μυστικά της, τους πολιτισμούς που συναντήθηκαν στους δρόμους της, το πέρασμα αιώνων Ιστορίας, τα μαρτυριάρικα μνημεία της και την «ύποπτη» καταγωγή των ανθρώπων της.
Αυτήν την ομιχλώδη συνοριακή ατμόσφαιρα ερωτεύτηκε κάποτε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και σε πείσμα του θρησκόληπτου εθνικιστικού κατεστημένου την αποτύπωσε σε μια σπουδαία ταινία, χάρη και στην πολύτιμη έμπρακτη συμπαράσταση του Μίμη Σουλιώτη.
«Οταν έξω πέφτει χιόνι τσέκαρε αν χιονίζει κι από μέσα» | (στίχος σε χαρτοπετσέτα, Φεβρουάριος του 2010)
Για τον Σουλιώτη μίλησαν πολλοί, τιμώντας τον για όλα όσα έγραψε κι έκανε αυτός ο πολίτης του κόσμου, ο πανεπιστημιακός που έκανε πράξη το μεταπτυχιακό τμήμα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο της Φλώρινας, που κατάφερνε ακόμα και σε δύσκολα χρόνια παρά τις υστερικές αντιδράσεις και την ανοίκεια προσωπική επίθεση που δέχτηκε να δημιουργήσει το «Ασυλο Ποιητών» στις Πρέσπες, τόπο συνάντησης ποιητών και συγγραφέων από όλα τα Βαλκάνια μέχρι και την Τουρκία.
Ηταν από μόνος του κάτι σαν το «τριεθνές σημείο» της λίμνης των Πρεσπών για όσους μπορούν να κατανοήσουν κάπως αυτή την παράξενη προσομοίωση. Αραδιασμένα και διάφανα όλα μέσα στα σκοτεινά, σαρκαστικά -ποτέ φανατικά- και τόσο λυρικά ποιήματά του.
Συχνά με τη βοήθειά του η στήλη του «Ιού» της «Ελευθεροτυπίας» προσπάθησε να αποτυπώσει σε ρεπορτάζ τα όσα -μέχρι πρόσφατα- συνέβαιναν στην τόσο συκοφαντημένη, περιφρονημένη και κυριολεκτικά εξοντωμένη αυτή περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, το «άντρο» του Αυγουστίνου Καντιώτη, της ΚΥΠ, της απαγορευμένης γλώσσας και των «υπόπτων».
«Τα δικά μας κανάλια»
Του άρεσε να διηγείται γελώντας τη φοβερή ατάκα συγγενικού του προσώπου που πάλευε να αφομοιώσει διαμιάς την ελληνικότητα, όπως κάποιοι ήθελαν να την επιβάλλουν, στην ηττημένη αυτή περιοχή.
Είχε επισκεφτεί τη Φλώρινα την εποχή την πολύ «εθνικά» δύσκολη ένα από τα πρώτα τηλεοπτικά συνεργεία της ΕΡΤ και ρωτούσε να μάθει πώς ζούσαν εκεί οι άνθρωποι; «Τηλεόραση έχετε, βλέπετε εδώ;» ρώτησε η ανταποκρίτρια έναν ηλικιωμένο κάτοικο. «Αμ πώς δεν έχουμε, έχουμε τα κανάλια τα ελληνικά κι έχουμε και τα δικά μας!» ήταν η απάντηση.
Ο Μίμης Σουλιώτης ήταν από τους πρώτους που τόλμησαν δημόσια να θέσουν χωρίς κανενός είδους φανατισμό το αίτημα της επιστροφής των πολιτικών προσφύγων, ανεξαρτήτως «γένους». Αντιγράφουμε από σχόλιό του στην τοπική εφημερίδα «Κοινή Γνώμη, την οποία διηύθυνε ο ίδιος: «Η επίμαχη διατύπωση συνεπάγεται ότι υπάρχουν όχι μόνο “μη Ελληνες κατά το γένος”, παρά και Ελληνες αναντάμ παπαντάμ ή αλλιώς Ελληνες από “σόι”. Με άλλα λόγια, ορισμένοι Ελληνες είναι “πιο Ελληνες” από τους υπόλοιπους, καθ’ ότι κατάγονται από “σόι”, είναι Ελληνες “ράτσας” κ.λπ. Αλλά ο φυλετισμός έχει ξεπεραστεί. Τα “γένη” και οι “ράτσες” ανήκουν σε προαστικά ιδεολογήματα που αναπαλαιώνονται από τους παλιούς και νεότερους φασισμούς. Δεν είναι σκυλιά οι Ελληνες, ώστε ν’ ανήκουν σε γένη!».
