Να γίνει σεβαστή η ιστορική μνήμη και ο Δήμος Θεσσαλονίκης να υπερασπιστεί την απόφαση του 2018 για μετονομασία της οδού Αθανασίου Χρυσοχόου σε Αλμπέρτου Ναρ προτρέπει με ανακοίνωσή του το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, σχολιάζοντας τις εξελίξεις μετά την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης που δικαίωνε τους απογόνους Χρυσοχόου ως προς τη νομιμότητα της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου.
Σχολιάζοντας ειδικά την παράγραφο της απόφασης του Εφετείου σχετικά με τα ιστορικά στοιχεία για τον Χρυσοχόου και ότι αυτά «δεν συνιστούν το στοιχείο του εξαιρετικού και της αναγκαιότητας για τη µετονοµασία, αφού οι ιστορικές αναφορές και πληροφορίες για το πρόσωπο και τη δράση του στρατηγού Αθανασίου Χρυσοχόου είναι αντικρουόµενες και αντιφατικές», το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών τονίζει: «Ωστόσο, ο Αθανάσιος Χρυσοχόου είχε διατελέσει έμμισθος γενικός επιθεωρητής Νομαρχιών Μακεδονίας διορισμένος από τη δωσιλογική ελληνική κυβέρνηση της περιόδου και γενικός διοικητής Μακεδονίας τον τελευταίο μήνα της γερμανικής κατοχής, εκπροσωπούσε δηλαδή την εξουσία σε μία από τις πιο τραυματικές ιστορικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, μια εξουσία που δεν προστάτεψε τους πολίτες της, ενώ λόγω της θέσης του συνεργάστηκε εκούσια ή ακούσια με τους Γερμανούς κατακτητές, οι οποίοι προκάλεσαν αμέτρητα δεινά.
Επιπλέον, η ονοματοδοσία του δρόμου στην καρδιά της περιοχής Αγίας Τριάδας-Φαλήρου (με πυκνό εβραϊκό πληθυσμό προπολεμικά, που ερήμωσε μεταπολεμικά) σε “Στρατηγού Αθανασίου Χρυσοχόου” έγινε το 1971, στα χρόνια της επταετούς δικτατορίας. Αντιθέτως ο Αλμπέρτος Ναρ ήταν απόγονος Θεσσαλονικιών σεφαραδιτών Εβραίων, επιζώντων του Ολοκαυτώματος, άνθρωπος των γραμμάτων, λογοτέχνης του βιώματος και της ατομικής, κοινοτικής και συλλογικής μνήμης και η ονοματοδοσία αποτελεί τιμή και μια ελάχιστη συγγνώμη της πόλης που δεν αντιστάθηκε στον ολοκληρωτικό αφανισμό της εβραϊκής της κοινότητας».
Στο κείμενο τονίζεται ότι «ο επιστημονικός και ο δημόσιος διάλογος έχει ξεπεράσει τις σιωπές του παρελθόντος», ενώ ευθεία είναι η τοποθέτηση υπέρ της μετονομασίας της οδού καθώς το τμήμα διερωτάται «για ποιο λόγο στις μέρες μας να υπάρχει ένα οδωνύμιο που ορίστηκε σε μια εποχή δικτατορίας και θυμίζει στους πολίτες μια εξουσία που δεν προστάτεψε τους προγόνους τους στα χρόνια του ναζισμού, που συνδέεται με τα εγκλήματα που διέπραξαν οι γερμανικές αρχές κατοχής και τιμάει έναν επικεφαλής σε σκοτεινές εποχές, που ξαναζωντανεύει μαζικά εγκλήματα φυλετικά και πολιτικά και έτσι πλήττει το δημόσιο συμφέρον;».
