Ένα ενδιαφέρον οδοιπορικό δημοσιογράφων της στην Ελλάδα, έχει αναρτήσει σήμερα στην ιστοσελίδα της η εφημερίδα «Le Monde» καταγράφοντας τις απόψεις νέων αγροτών που συνάντησαν στο δρόμο τους.
«Έχουμε απίστευτους πόρους στην Ελλάδα, αλλά δεν τους αξιοποιούμε. Εισάγουμε προϊόντα που καλλιεργούνται εδώ. Τι παράδοξο!» Κατά ειρωνικό τρόπο, είναι μια ελληνική λέξη που έρχεται ενστικτωδώς στο νου του Βαγγέλη, όταν ασχολείται με το θέμα της γεωργίας στη χώρα του. Το 2010 ξεκίνησε η μελισσοκομία Τσιτάλια στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο». Είχα αυτή την επιθυμία για πολλά χρόνια, αλλά ο πατέρας μου είχε ένα διαφορετικό όραμα για το μέλλον μου », λέει 35χρονος αγρότης.
«Πριν από αυτόν, η οικογένειά του δεν διέθετε κανέναν αγρότη και κανένα κτηνοτρόφο. Στην Ελλάδα αυτές οι ασχολίες συνήθως πήγαιναν από γενιά σε γενιά. Έπρεπε να ξεκινήσω από το μηδέν, είπε. Ακόμη και εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να πάρει κανείς δάνειο για ένα τέτοιο σχέδιο», γράφει το δημοσίευμα.
Στη συνέχεια διαβάζουμε ότι με τα χρήματα που κέρδιζε δουλεύοντας ως τοπογράφος αφού πήρε το πτυχίο του το 2008, μπόρεσε να χρηματοδοτήσει το σχέδιό του. «Πρέπει να είμαστε υπομονετικοί. Επίσης, συνδυάζονται οι δύο δουλειές μου» προσθέτει χαμογελώντας. Παρόλα αυτά από την επόμενη χρονιά αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στις κυψέλες του. Σήμερα τους αποδίδουν περίπου 5.000 ευρώ, δηλαδή το 50% των ετήσιων εσόδων του.
Η αύξηση του ΦΠΑ είναι ένα ερώτημα
Σοφή η αλλαγή που έκανε ο τελικά Βαγγέλης: «Τελικά, η δουλειά μου σαν τοπογράφος σήμερα απειλείται. Με το μέλι όμως θα έχω πάντα καταναλωτές. Είναι ένα αγαθό που οι άνθρωποι αγοράζουν ακόμη και σε περιόδους κρίσης».
«Αλλά μια σκιά πλανάται πάνω από αυτήν τη σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα: η πιθανή αύξηση του ΦΠΑ στα γεωργικά προϊόντα – αυξήθηκε από 13% έως 23% – ενώ ο φόρος εισοδήματος – από 13% έως 26% – διότι αυτό απαίτησαν οι πιστωτές της Ελλάδας από τους πιστωτές της Ελλάδας. “Τι μήνυμα στέλνει αυτό;” αναρωτιέται ο 35χρονος. «Θα ενθαρρύνει τη μαύρη αγορά και κινδυνεύει να σβήσει τους μικρούς παραγωγούς».
Σύμφωνα με την εφημερίδα, στο δρόμο από Πάτρα προς Πύργο, δυτικά της χερσονήσου, τα λαχανικά στοιβάζονται στους υπαίθριους πάγκους. Κολοκύθια, πεπόνια, αγγούρια. Εκεί, η Έλενα, που προτιμάει να μην σκέφτεται ότι μπορεί να ανέβουν οι φόροι, λέει: «Εμείς δεν θα μπορούσαμε πλέον να αντεπεξέλθουμε. Έπρεπε να μειώσουν το φόρο και να εξειδικεύσουν τα μέτρα για την Ελλάδα τον πολιτισμό μας. Οι καιροί είναι σκληροί, και μας λέει ότι τα παιδιά τους, ηλικίας μεταξύ 9 και 16, συμμετέχουν κι αυτά στην προσπάθεια. Εμείς δεν θα μπορούσαμε ούτε να ανεβάσουμε τις τιμές διότι δεν θα πουλούσαμε πια τίποτα
«Κανένας κανονισμός»
Το οδοιπορικό του «Monde» συνεχίζεται στην Αμαλιάδα, «ένα μικρό χωριό παραδομένο στην φοβερή ζέστη, όπου συναντήσαμε το Γιώργο ηλικίας 30 ετών που διαθέτει επί δέκα χρόνια ένα μικρό κατάστημα φρούτων και λαχανικών. Δεν αντέχει υψηλότερη φορολογία»
«Κανείς δεν θα μπορεί να πληρώσει. Θα υπάρξει χάος», λέει ο ίδιος, που στο κατάστημά του, το 80% των προϊόντων προέρχονται από τις τοπικές γεωργικές καλλιέργειες.
«Τα φρούτα που καλλιεργούνται σε τοπικό επίπεδο είναι ελάχιστα. Θα πρέπει να φτάσουν εδώ από άλλα μέρη της Ελλάδας. Έτσι θα είναι πιο ακριβά, λόγω των μεσαζόντων που θα παίρνουν το ποσοστό τους. Όλα αυτά χωρίς καμία ρύθμιση» συμπληρώνει. «Πρέπει να τα κάνουμε όλα με αυτό το σύστημα μια και οι περισσότεροι αγρότες δεν έχουν τα μέσα για να εξασφαλίσουν οι ίδιοι την παράδοση των αγαθών τους».
«Η βιομηχανία τροφίμων μας είναι ένα καρτέλ. Οι συνθήκες ανάπτυξης των μικροκαλλιεργητών είναι περίπλοκες», καταγγέλλει ο Δημήτρης, ο οποίος συνεργάζεται με περίπου 300 παραγωγούς, που καθορίζουν τις τιμές πώλησης κατά την οποία το περιθώριο κέρδους έφτασε το 25% .
Και συνεχίζει: «Εδώ και 20 μήνες μερικοί αγρότες ξεκινήσαμε μια προσπάθεια και μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε μόνιμη παρουσία στην αγορά της Νέα Ερυθραίας, προάστιο της Αθήνας. Ήθελα να δημιουργήσω ένα εναλλακτικό μοντέλο διανομής».
Το δημοσίευμα επισημαίνει πως την ίδια στιγμή, «οι αγρότες των οποίων τα προϊόντα διανέμονται στις υπεραγορές εισπράττουν μόνο το 13% της τιμής που καταβλήθηκε σε μετρητά από τους αγοραστές. Πιστεύοντας ότι η γεωργία θα πρέπει να είναι μια βιτρίνα για τη χώρα του και κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, ο Δημήτρης προσπαθεί να αναπτύξει την εξαγωγή των τοπικών προϊόντων».
«Εμείς θα δυσκολευτούμε να ανταγωνιστούμε την Ισπανία και την Ιταλία όσον αφορά την τιμή. Θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην ποιότητα. Υπάρχουν, όμως, όλα τα συστατικά για την επιτυχία. Είναι κρίμα που οι πολιτικοί δεν δίνουν μεγαλύτερη προσοχή σε αυτόν τον τομέα».
Ο «Monde» καταλήγει πως όταν «έφυγαν από την Αθήνα για το Μαραθώνα, βορειοδυτικά της πρωτεύουσας, πριν από δεκαπέντε χρόνια η Μαρία και ο Γιώργος ήθελαν μία “καλύτερη ζωή” γι’ αυτούς και τα τέσσερα παιδιά τους. Το μικρό αγρόκτημα τους έχει σταδιακά επεκταθεί, με πολλές θυσίες. Αν η αύξηση της φορολογίας περάσει, θα έχουμε εργαστεί σκληρά για το τίποτα. Οι αγρότες θα ψηφίσουν μαζικά για “όχι” στις 5 Ιουλίου. Αξίζουν λίγη προσοχή».
