Σε ύφεση ή οριοθετημένες ήταν χθες οι περισσότερες φωτιές, ενώ συνεχής ήταν η μάχη με τις αναζωπυρώσεις κυρίως στη Γορτυνία αλλά και στην Εύβοια. Στα πεδία της δοκιμασίας, στα μέρη που οι φωτιές κατακαίνε εδώ και μέρες, ήταν παρούσες ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Σε Εύβοια, Γορτυνία, Αρχαία Ολυμπία, ανατολική Μάνη, Πάρνηθα 1.694 Ελληνες και ξένοι επιχειρούσαν χθες. Στο ζοφερό τοπίο των τελευταίων ημερών προστέθηκαν και νέες φωτιές από κεραυνούς που έπεσαν το βράδυ της Τετάρτης
Κι ενώ οι κάτοικοι σιγά σιγά επιστρέφουν στην Εύβοια, στο πολύπαθο νησί χθες το μεσημέρι αναζωπυρώσεις είχαν εκδηλωθεί στο Πευκί και στους Καματριάδες. «Περάσαμε πολύ δύσκολα, εφιαλτικά. Το σπίτι σώθηκε από μόνο του, εμείς δεν ήμασταν εδώ. Φύγαμε νύχτα. Η φωτιά έκαψε κάποια σπίτια. Είκοσι σπίτια κάηκαν ολοσχερώς. Γυρίσαμε πίσω για να μαζέψουμε τα κομμάτια μας. Ακόμα προσπαθούμε να συνέλθουμε, δεν νομίζω ότι θα συνέλθουμε ποτέ», δήλωσε στο ΜΕGA κάτοικος της Κοκκινομηλιάς.
Ο τόπος σώθηκε από τους ντόπιους και τους εθελοντές. Αν ήταν μόνη της η Πυροσβεστική ίσως να θρηνούσαμε κι άλλα
Μετά τη μισή συγγνώμη του πρωθυπουργού (πριν ωστόσο την ανεκδιήγητη συνέντευξή του) το BBC επισκέπτεται την Εύβοια και συναντά τον Σπύρο, έναν νεαρό εργαζόμενο σε σούπερ μάρκετ που «έμαθε να σβήνει φωτιές αναγκαστικά γιατί ένιωσα ότι ο τόπος το χρειάζεται. Νοιώθω υπόχρεος, πρέπει να το κάνω».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προφανώς δεν θα είχε δει τον Σπύρο (κι άλλους πολλούς, που δεν έδωσαν καμία συνέντευξη) εξ ου και κουνούσε (χαμογελαστά) το δάχτυλο προς όλους μας ότι «βλέπετε όσα κάηκαν, όχι όσα σώθηκαν», ενώ δεν έβρισκε ίχνος ευθύνης για κανέναν άλλον πέραν… της κλιματικής κρίσης. Το μήνυμα του Σπύρου για την κυβέρνηση ήταν: «Πραγματικά δεν τους είδαμε πουθενά. Τα κανάλια εδώ στην Ελλάδα λένε ό,τι θέλουν αυτοί να πούνε. Καμία βοήθεια… Δεν περιμένουμε τίποτα από κανέναν πλέον. Ο κόσμος, οι συγχωριανοί και Αθηναίοι έδειξαν ενδιαφέρον, συνέχεια ο κόσμος ήταν δίπλα μας».
Στη Γορτυνία οι αναζωπυρώσεις ξέσπασαν κυρίως στο Νεοχώρι. Μέχρι χθες το μεσημέρι μικρές εστίες φωτιάς υπήρχαν στις περιοχές Κρυονέρι, Λάσδικα, Μηλιές και Δούκας της Ηλείας.
Καταγραφή ζημιών
Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ζητά να κηρυχτούν πέντε περιοχές που ανήκουν σε δήμους της Αρκαδίας, της Λακωνίας και της Μεσσηνίας η Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία υπέβαλε σχετικά έγγραφα προς τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Τα αιτήματα αφορούν περιοχές στους πυρόπληκτους Δήμους Γορτυνίας, Μεγαλόπολης Ανατολικής Μάνης, Πύλου-Νέστορος και Οιχαλίας.
«Εχουν ήδη συγκροτηθεί οι επιτροπές για την καταγραφή των ζημιών από τις πυρκαγιές στις περιοχές της Γορτυνίας και της Μεγαλόπολης και μάλιστα έχουν ξεκινήσει το έργο τους», ανέφερε ο αντιπεριφερειάρχης Αρκαδίας, Χρήστος Λαμπρόπουλος. Σχετικά με την ηλεκτροδότηση και κατ’ επέκταση την αποκατάσταση της υδροδότησης, μέσω της επαναλειτουργίας των αντλιοστασίων, ο κ. Λαμπρόπουλος είπε ότι «ήδη η ΔΕΗ έχει διαθέσει δύο γεννήτριες για την περιοχή της Μεγαλόπολης, ενώ αναμένεται να σταλούν γεννήτριες και για την περιοχή της Γορτυνίας».
Σε ύφεση και με πολύ καλύτερη εικόνα ήταν χθες το μεσημέρι οι δύο από τις πυρκαγιές που, σύμφωνα με την Πυροσβεστική Υπηρεσία, προκλήθηκαν το βράδυ της Τετάρτης, από κεραυνούς, στη Μάνδρα Αττικής, στη Φούρκα Χαλκιδικής και στην Υδρα. Σε άλλα σημεία της χώρας που προκλήθηκαν επίσης φωτιές από κεραυνούς αντιμετωπίστηκαν αμέσως από τις πυροσβεστικές δυνάμεις.
Υπό μερικό έλεγχο είχε τεθεί η πυρκαγιά στην Τανάγρα Βοιωτίας χθες μεσημέρι, ενώ στην περιοχή παρέμεναν δυνάμεις της Πυροσβεστικής για την πλήρη κατάσβεσή της.
«Ετσι σώσαμε το χωριό μας, μόνοι μας. Δυστυχώς έχουμε μάθει να μην περιμένουμε από το κράτος»
Μαρτυρία της Μαρίας Κότσιρα για τις Μηλιές Ηλείας.
Την Πέμπτη 5 Αυγούστου κατέβηκα από την Αθήνα στο χωριό μου, το ίδιο βέβαια έπραξε και μεγάλος αριθμός συγχωριανών μου ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία ότι το χωριό μας θα καεί και δεν υπάρχει καμία βοήθεια. Οδηγούσαμε σαν τρελοί μέχρι να φτάσουμε. Στο χωριό μου ζουν οι γονείς μας, τις δε μέρες αυτές και πολλά από τα παιδιά μας μαζί τους. Σημειωτέον ότι η φωτιά έμεινε ανεξέλεγκτη από την Πέμπτη το μεσημέρι που αποχώρησαν από την Ολυμπία οι Μητσοτάκης και Χρυσοχοΐδης, αφού είχε παρέλθει ο κίνδυνος για τα αρχαία. Ολη τη νύχτα συγχωριανοί μου περιπολούσαν πέριξ του χωριού μόνοι τους και την Παρασκευή το πρωί, 10.8, η φωτιά έκαιγε σε πολλά μέτωπα, στον κάμπο (στα χωράφια μας), στον κεντρικό δρόμο προς Λάλα, στην περιοχή από το Λαντζόι και μεταξύ του χωριού μου και των χωριών Δούκα και Λάσδικα.
Είμασταν εντελώς μόνοι, με τα αγροτικά αυτοκίνητα φορτωμένα με βυτία νερού, τρακτέρ που όργωναν όπου μπορούσαν γύρω από τα σπίτια και άνθρωποι με ψεκαστικά πλάτης με νερό. Ημουν στον κάμπο μαζί με μερικούς, αφού είχαμε ακροβολιστεί σε τόσα μέτωπα, και με τα χέρια ρίχναμε χώμα στις φλόγες και προσπαθούσαμε με κλαδιά να τις περιορίσουμε. Αφού στο σημείο που βρισκόμουν η φωτιά φάνηκε να έχει ελεγχθεί (λάθος μας γιατί το μεσημέρι είχαμε εκεί τρελή αναζωπύρωση), γυρίσαμε στο χωριό για να γεμίσουμε τα βυτία των αγροτικών αλλά και για να εφοδιαστούμε με πόσιμο νερό.
Τη στιγμή εκείνη δύο περιπολικά της Αστυνομίας με τις σειρήνες στη διαπασών φώναζαν να εκκενώσουμε το χωριό. Εγώ ρώτησα έναν από αυτούς «πού να πάμε;», μου απάντησε «όπου ξέρετε εσείς», του είπα ότι εμείς δεν φεύγουμε από τα σπίτια μας και μου είπε ότι θα αναγκαστεί να κάνει βίαιη εκκένωση. Χωρίς σχέδιο εκκένωσης, όπως συνέβη σε Ζαχάρω και Μάτι. Στον γενικότερο πανικό που δημιουργούσαν οι σειρήνες των περιπολικών προσθέστε και τις καμπάνες που χτυπούσαν, κατ’ εντολή, αλλά και τις σειρήνες των οχημάτων της περιφέρειας και του δήμου.
Υστερα από αλλεπάλληλες κλήσεις στο 199 και στο 112, το μεσημέρι της Παρασκευής εμφανίζονται 4 ή 5 θηριώδη πυροσβεστικά τα οποία αναζητούσαν το νεκροταφείο του χωριού για να παρκάρουν. Απορημένοι τούς είπαμε ότι στον χώρο του νεκροταφείου, το οποίο βρίσκεται δίπλα στην πλατεία του χωριού, χωράει να παρκάρει μόνο ένα μικρό αυτοκίνητο, τους ρωτήσαμε μήπως κάνουν λάθος χωριό. Μας απάντησαν ότι τους έστειλαν στο χωριό μας με εντολή να παρκάρουν στο νεκροταφείο!
Τελικά ακροβολίστηκαν στο χωριό. Μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Τους είπαμε «ελάτε μαζί να σβήσουμε όπου μπορούμε». Μας είπαν «όχι, οι εντολές μας είναι να είμαστε μέσα στο χωριό για να σώσουμε τα σπίτια». Η οργή μας ήταν απερίγραπτη, όχι για τους πυροσβέστες, αφού αυτές ήταν οι εντολές τους, αλλά το «αστείο» της υπόθεσης ήταν ότι λόγω του όγκου τους και της στενότητας του χώρου εμπόδιζαν την κίνηση των αγροτικών μηχανημάτων. Το απόγευμα της ίδιας μέρας αποχώρησαν χωρίς να ρίξουν σταγόνα νερό, εξαιρουμένου ενός το οποίο όταν άδειασε, έφυγε κι αυτό. Οι μόνοι που ήταν ήρωες ήταν οι πιλότοι των πυροσβεστικών αεροπλάνων, τα οποία, δυστυχώς, ήρθαν πολύ αργά.
Το χωριό μου είχε πάθει ολική καταστροφή στις φωτιές του 2007, όμως οι κάτοικοι μάθαμε. Σε κάθε σπίτι, κάθε καλοκαίρι έκτοτε, έχουμε γεμάτες πλαστικές δεξαμενές ενός και δύο τόνων νερού με αντλίες πετρελαίου. Εχουμε μόνιμα πάνω σε αγροτικά αυτοκίνητα και τρακτέρ αντίστοιχα πλαστικά δοχεία, οργώνουμε τα χωράφια μας, όσο είναι δυνατόν, και είμαστε σε μόνιμη εγρήγορση.
Εχουμε μάθει να μην περιμένουμε από το κράτος. Εχουμε κρουνούς σε πολλά σημεία. Εχουμε νερό διότι όταν δεν έχουμε ρεύμα το αντλιοστάσιο λειτουργεί με γεννήτρια. (Αυτά, και άλλα πολλά, έργα υποδομής τα οφείλουμε στην οικογένεια Γερμανού, η οποία έχουμε την τεράστια τύχη να είναι από το χωριό μου). Οι Μηλιές σώθηκαν μέχρι στιγμής από τους κατοίκους τους (ακόμη και μικρά παιδιά) αλλά και από κάποιους κατοίκους γύρω χωριών.
