Η καταγγελία στην πρυτανεία του ΑΠΘ πριν από επτά χρόνια για τη σεξουαλική παρενόχληση δεν είχε γίνει απευθείας από φοιτήτρια αλλά από τον τότε πρόεδρο του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου, καθηγητή προϊστορικής αρχαιολογίας Κώστα Κωτσάκη. Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «Εφ.Συν.», η ακαριαία τότε αντίδραση του κ. Κωτσάκη μπορεί να μην οδήγησε σε κατάληξη την ΕΔΕ που παρήγγειλε ο πρύτανης Γιάννης Μυλόπουλος, διέσωσε όμως την τιμή του τμήματος, που δεν έκλεισε τα μάτια και δεν αδιαφόρησε.
Η διήγηση του κ. Κωτσάκη στην εφημερίδα μας για το πώς εξελίχθηκε τότε η υπόθεση –καμία σχέση με τις σημερινές καταγγελίες που αναφέρονται σε παλαιότερα περιστατικά, του 1999 (άρα μιλάμε για χρόνια συμπεριφορά του καθηγητή!)– είναι αποκαλυπτική. «Δεν ήμουν προσωπικά αποδέκτης των καταγγελιών γιατί δεν αφορούσαν τον τομέα μου. Εφτασαν όμως σ’ εμένα με προφορικές αναφορές μίας συναδέλφου στην οποία είχαν μεταφερθεί ανωνύμως περιστατικά παρενόχλησης. Μου παρέδωσαν και μία –ανώνυμη επίσης– επιστολή. Το συζήτησα πολύ με τον εαυτό μου, με βασάνισε η υπόθεση. Ανώνυμες καταγγελίες από τη μία και η πιθανότητα άδικου διασυρμού ενός συναδέλφου. Ομως το θέμα αυτό καθαυτό, η σεξουαλική παρενόχληση, ήταν τέτοιο που ακόμη και αν δεν ήταν αληθινό δεν μπορούσε να αποσιωπηθεί. Πήγα στο γραφείο του πρύτανη και ανέφερα στον Γιάννη Μυλόπουλο όσα γνώριζα. Η αλήθεια είναι ότι δεν δίστασε ούτε στιγμή, δεν υπήρξε ούτε καν νύξη συγκάλυψης και μου είπε ότι θα παραγγείλει ΕΔΕ, πράγμα το οποίο και έκανε».
Και μπορεί η ΕΔΕ, η οποία ολοκληρώθηκε μάλιστα επί θητείας του επόμενου πρύτανη Περικλή Μήτκα, να μην είχε αποτέλεσμα, ωστόσο «έστω και αυτή η δημοσιοποίηση εκείνες τις μέρες οδήγησαν νομίζω τον καθηγητή να πάρει άδεια, στη συνέχεια αναρρωτική, μέχρι που βγήκε στη σύνταξη δυο χρόνια αργότερα».
Οπως εκτιμά ο κ. Κωτσάκης, «η ΕΔΕ που έγινε από συνάδελφο της Νομικής κατέληξε άγονη βέβαια κυρίως διότι δεν προσήλθε, δεν θέλησε καμία τότε από τις καταγγέλλουσες φοιτήτριες να εμφανιστεί και να μιλήσει, όπως γίνεται σήμερα μετά τις αποκαλύψεις της Σοφίας Μπεκατώρου. Μέσα μου πίστευα ότι έτσι θα γινόταν, έλειπε το έναυσμα, η αφορμή, αλλά όσα χρόνια και να περνούσαν η ιστορία θα αποκαλυπτόταν, οι γυναίκες θα μιλούσαν. Τις καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι πλήρως την ατολμία εκείνου του καιρού ή τον φόβο τους. Θέλω μόνο να τονίσω ότι για το θέμα δεν υπάρχει καμία ανοχή –εξάλλου έχει απολυθεί καθηγητής από το ΑΠΘ μετά από ανάλογες κατηγορίες λίγα χρόνια νωρίτερα–, αρκεί μία ή ένας να μιλήσει. Και υπάρχουν και δικλίδες ασφαλείας και προστασίας της ανωνυμίας».
