ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Eνώ αναμένεται η εφαρμογή των πρώτων μέτρων χαλάρωσης του πάνδημου εγκλεισμού των πολιτών, η προσοχή όλων στρέφεται στην εξασφάλιση των κεκτημένων, δηλαδή την αποφυγή της τυχόν ραγδαίας διασποράς του ιού και την προστασία των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού.

Οι σχετικές συζητήσεις για όλους τους ευαίσθητους τομείς δίνουν και παίρνουν. Εξαιρείται μόνο ένας: η προσαρμογή της Εκκλησίας στους όρους της νέας κανονικότητας.

Η δυσανεξία της Ιεραρχίας

Από την αρχή της πανδημίας η Διοικούσα Εκκλησία έχει επιδείξει μια εν πολλοίς αναμενόμενη δυσκολία στη λήψη μέτρων προστασίας του ποιμνίου της και υποχρέωσε την κυβέρνηση να πιει η ίδια το πικρό ποτήρι της απαγόρευσης συμμετοχής πιστών στις λειτουργίες.

Εκ των υστέρων και με παλινδρομήσεις η Ιεραρχία συντάχτηκε με την πολιτεία, διατηρώντας όμως τελευταίο σημείο υποχώρησης την απαλλαγή της «θείας κοινωνίας» από κάθε βέβηλη σκέψη, ότι είναι δυνατόν να συνδέεται με κίνδυνο μετάδοσης του ιού.

Το κρίσιμο διάστημα μέχρι το Πάσχα η κυβερνητική απόφαση εφαρμόστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, παρά τις προσπάθειες ελάχιστων αφελών και τις απόπειρες χρυσαυγιτών να υποδαυλίσουν το μίσος των φανατικών.

Αλλά με την προοπτική σταδιακού ανοίγματος των εκκλησιών αναδεικνύεται κρίσιμο το ζήτημα της μετάληψης. Ο τρόπος που μεταδίδεται ο Covid-19 καθιστά την κοινή χρήση του κουταλιού απαγορευτική. Και βέβαια δεν κινδυνεύουν απ’ αυτήν τη χρήση μόνο όσοι τυχόν μετάσχουν σ’ αυτή την «high risk» πρακτική, αλλά και όσοι έρθουν στη συνέχεια σε επαφή μαζί τους.

Η Εκκλησία δεν δείχνει έτοιμη να αντιληφθεί τον κίνδυνο, παγιδευμένη καθώς είναι στο θεολογικό αξίωμα ότι δεν είναι δυνατόν να βλάπτει μια κατεξοχήν «θεραπευτική» πνευματική μέθεξη.

Η πρώτη ανακοίνωση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ) εκδόθηκε στις 3 Μαρτίου και περιλάμβανε οδηγίες υγιεινής προς τους πιστούς, χωρίς να κάνει λόγο για μέτρα στο εσωτερικό της εκκλησίας. Εξι μέρες αργότερα, με δεύτερη ανακοίνωση, η ΔΙΣ επαναλάμβανε αναλυτικά τα μέτρα, αλλά πρόσθετε και μια παράγραφο αφιερωμένη ειδικά στο ζήτημα της μετάληψης:

«Για τα μέλη της Εκκλησίας, η προσέλευση στην Θεία Ευχαριστία και η κοινωνία από το Κοινό Ποτήριο της Ζωής, ασφαλώς και δεν μπορεί να γίνει αιτία μετάδοσης ασθενειών, γιατί οι πιστοί όλων των εποχών, γνωρίζουν ότι η προσέλευση στη Θεία Κοινωνία, ακόμη και εν μέσω πανδημίας, συνιστά αφενός μια έμπρακτη κατάφαση αυτοπαράδοσης στον Ζώντα Θεό, και αφετέρου τρανή φανέρωση αγάπης, η οποία κατανικά κάθε ανθρώπινο και ίσως δικαιολογημένο φόβο. […] Οι συζητήσεις και οι απόψεις που ακούγονται τις τελευταίες ημέρες για το όλο ζήτημα, ακόμη και για ενδεχόμενη απαγόρευση της Θείας Ευχαριστίας, ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία και έχουν διαφορετική προσέγγιση. Οσοι προσέρχονται “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης” και απολύτως ελεύθερα χωρίς κανένα δυναστικό καταναγκασμό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που γίνεται “φάρμακο αθανασίας”, “εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον”» (9.3.2020).

Λίγες μέρες αργότερα (16.3.) υπήρξε ανακοίνωση της ΔΙΣ με υπόδειξη προς τους πιστούς να εφαρμόζουν τα μέτρα προστασίας, χωρίς αναφορά στη θεία κοινωνία, αλλά μετά τη συνεδρίαση της 1.4.2020 εκδόθηκε νέα ανακοίνωση, με σκληρότερη μάλιστα διατύπωση:

«Η Ιερά Σύνοδος επαναλαμβάνει ότι η προσέλευση στη Θεία Ευχαριστία ασφαλώς και δεν μπορεί να γίνει αιτία μετάδοσης ασθενειών. […] Η οποιαδήποτε υπόνοια για μετάδοση νοσημάτων από τη Θεία Ευχαριστία, αλλά και αυτό τον τρόπο της Θείας Μεταλήψεως, θίγει τη δογματική Αλήθεια της Εκκλησίας, δεν γίνεται αποδεκτή και είναι καταδικαστέα».

Στις 11 Μαρτίου, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου έβγαλε την πρώτη της ανακοίνωση σχετικά με την πανδημία, όπου, αφού δήλωνε ότι «σέβεται την ιατρική επιστήμη» και συμβούλευε τους πιστούς να ακολουθούν τις οδηγίες του ΠΟΥ, πρόσθετε και μια ελαφρώς διφορούμενη φράση για τη μετάληψη:

«Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία γνωρίζει εμπειρικώς, μέσα από τη δισχιλιετή πορεία της, ότι η Θεία Κοινωνία είναι “αντίδοτον του μη αποθανείν” και μένει στη μέχρι τώρα Ορθόδοξη διδασκαλία περί της Θείας Μεταλήψεως».

Μια βδομάδα αργότερα (18.3) το Πατριαρχείο ανακοίνωνε την αναστολή της συμμετοχής πιστών σε κάθε είδους ιεροπραξία, χωρίς αναφορά στη μετάληψη. Το ίδιο συνέβη και στις νεότερες ανακοινώσεις (31.3 και 8.4).

Το μοντέλο της πανούκλας

Ολη αυτή η επιμονή, ότι δεν μεταδίδονται ασθένειες με τη μετάληψη, που ακούγεται για ακόμα μία φορά, δεν έχει στέρεες βάσεις ούτε στους Ιερούς Κανόνες ούτε στην παράδοση της Εκκλησίας. Γιατί δεν είναι πρώτη φορά που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη κοινωνία πανδημίες και η Εκκλησία έχει κληθεί και άλλες φορές να σκεφτεί πώς θα προστατέψει τους πιστούς από τη μετάδοση μέσω της κοινής χρήσης λαβίδας (κουταλιού) και ποτηριού.

Για τα μέτρα προστασίας που λαμβάνονταν πριν από αιώνες διαθέτουμε, μάλιστα, μια απολύτως αξιόπιστη εκκλησιαστική πηγή, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε από τους πιο συντηρητικούς Ιεράρχες. Πρόκειται για το «Πηδάλιον», τη σύνοψη δηλαδή των Ιερών Κανόνων της Ορθοδοξίας που συντάχτηκε στα τέλη του 18ου αιώνα.

Ε λοιπόν το «Πηδάλιον» σε μια υποσημείωση διασώζει τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η μετάληψη σε περιπτώσεις πανδημίας:

«Οθεν και Ιερείς και Αρχιερείς πρέπει εν καιρώ πανώλης να μεταχειρίζωνται τρόπον εις το να μεταλαμβάνουν τους ασθενούντας, όστις να μη παραβαίνη τον Κανόνα τούτον, ουχί βάλλοντες μέσα εις σταφίδα τον άγιον Αρτον, αλλά εις τι αγγείον ιερόν, και εκείθεν να τον λαμβάνουν, ή οι μόρται, ή οι ασθενείς, διά λαβίδος. Το δε αγγείον συν τη λαβίδι να βάνεται εις ξύδι, και το οξύδι να ρίπτηται εις το χωνευτήριον, ή με όποιον άλλον τρόπον δυνηθώσιν ασφαλέστερον και κανονικόν» (Αγάπιος Ιερομόναχος, Νικόδημος Μοναχός, «Πηδάλιον της νοητής νηός», β’ έκδ. Αθήνα 1841, σ. 138).

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία έχει βρει εδώ και αιώνες τον τρόπο να συνδυάζεται η τήρηση των κανόνων με την προστασία της δημόσιας υγείας. Και εδώ με σαφήνεια ορίζεται ότι μετά τη μετάληψη ασθενούς «εν καιρώ πανώλους» πρέπει να απολυμαίνεται η λαβίδα και το αγγείο!

Με τη σαφή αυτή διατύπωση καταρρίπτεται βέβαια όλη αυτή η επιχειρηματολογία, την οποία δυστυχώς με ευκολία επαναλαμβάνουν πολλοί Ιεράρχες, ενώ την έχει καταγράψει σε ειδική εκλαϊκευτική του μελέτη και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος («Η προσέλευση στη θεία μετάληψη», Βόλος 1997).

Αλλά εφόσον υπάρχει ήδη προηγούμενο, γιατί εμμένουν τόσο στη high risk εμμονή τους οι Ιεράρχες; Ο λόγος είναι βέβαια ότι υπάρχει ένα εσωεκκλησιαστικό τραύμα. Ενα από τα πιο ορατά αποτελέσματα του Σχίσματος μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας είναι ο τρόπος τέλεσης του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, με τους Δυτικούς να περιορίζονται στο «σώμα» (την όστια). Πώς είναι τώρα δυνατόν να αντιγράψουμε τους «παπικούς»;

Υπάρχουν βέβαια άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες που αντιμετώπισαν άμεσα το ζήτημα, όπως η ρουμανική, που ζήτησε από τους πιστούς να φέρνουν το δικό τους κουταλάκι απ’ το σπίτι, αλλά οι δικοί μας δεν θέλουν ούτε να ακούσουν κάτι παρόμοιο.

Νιώθει κανείς τον πειρασμό (εφόσον μιλούμε θεολογικά, καραδοκεί πάντοτε) να θυμίσει ότι ο αρχικός τρόπος τέλεσης του μυστηρίου δεν έχει καμιά σχέση με τον σημερινό. Η λαβίδα, λ.χ., εισήχθη στο τυπικό μόλις τον 9ο αιώνα. Επίσης δεν τηρούμε ούτως ή άλλως σχολαστικά τους Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι προβλέπουν ότι προκειμένου να μεταλάβει κανείς πρέπει να μην έχει «έρθει σε μίξη» με το άλλο φύλο επί τρεις μέρες («Πηδάλιον», ό.π., σ. 130), ενώ και το βράδυ μετά τον γάμο δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή το ζευγάρι: «Αφού στεφανωθούν, να φυλάττωνται να μη σμίγουν εκείνη τη νύκτα μετά την θείαν κοινωνίαν» (στο ίδιο). Την παραμονή δε της μετάληψης δεν πρέπει ο πιστός να έχει πλυθεί ούτε σε δημόσιο λουτρό ούτε «κατ’ οίκον διά θερμού ύδατος» (Π. Παναγιωτάκος, «Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου», τ. 3, Αθήνα 1962, σ. 656).

Ας μην είμαστε, λοιπόν, τόσο απόλυτοι. Η Εκκλησία γνωρίζει να εφαρμόζει «κατ’ οικονομίαν» τους κανόνες της.

Εξάλλου οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν ήδη δώσει τη δική τους λύση. Μπορεί η μετάληψη να γίνει ατομικά, στο σπίτι καθενός και κατά βούληση, κάτι που γινόταν σε περιόδους διωγμών ή από τους ασκητές. Γράφει ο Μέγας Βασίλειος στην επιστολή «προς Καισαρίαν πατρικίαν»: «Το δε εν τοις του διωγμού καιροίς αναγκάζεσθαί τινα, μη παρόντος ιερέως ή λειτουργού, την κοινωνίαν ιδία χειρί λαμβάνειν, μηδαμώς είναι βαρύ περιττόν εστίν αποδεικνύναι, διά το και την μακράν συνήθειαν τούτο δι’ αυτών των πραγμάτων πιστώσασθαι. Πάντες γαρ οι κατά τας ερήμους σχολάζοντες, ένθεα μη έστιν ιερεύς, κοινωνίαν οίκοι κατέχοντες, αφ’ εαυτών μεταλαμβάνουσιν. Εν Αλεξανδρεία δε και εν Αιγύπτω, έκαστος και των εν λαώ τελούντων ως επί το πλείστον έχει κοινωνίαν εν τω οίκω αυτού, και ότε βούλεται μεταλαμβάνει δι’ εαυτού. […] Και γαρ και εν τη εκκλησία ο ιερεύς επιδίδωσι την μερίδα, και κατέχει αυτήν ο υποδεξάμενος μετ’ εξουσίας απάσης, και ούτω προσάγει τω στόματι τη ιδία χειρί. Ταυτόν ουν έστι τη δυνάμει, είτε μίαν μερίδα δέξεταί τις παρά του ιερέως, είτε πολλάς μερίδας ομού» (Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας, «Τα ευρισκόμενα πάντα», τ. 3, Παρίσι 1839, σ. 267).