ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αφροδίτη Τζιαντζή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ευγένιου Καραβία είναι μια στενή κάθετη οδός μεταξύ Πατησίων και Αχαρνών, που συνδέει το κτίριο της Φοιτητικής Εστίας με τον σταθμό του Ηλεκτρικού στα Κάτω Πατήσια.

Παλιές πολυκατοικίες κολλημένες η μία στην άλλη, πεζοδρόμια που μετά βίας χωράει να περπατήσει πεζός, πόσο μάλλον γονιός με μωρό σε καρότσι ή άτομο με αναπηρικό αμαξίδιο, παρκαρισμένα οχήματα παντού, που κάνουν ακόμα πιο ασφυκτικό τον ήδη στενό μονόδρομο.

Ελάχιστες ανάσες, μια υποτυπώδης πλατεία με ακόμα πιο υποτυπώδες πράσινο, κάποια παλιά όμορφα σπίτια, ένα από αυτά έτοιμο να καταρρεύσει στα κεφάλια των περαστικών. Μέχρι εδώ έχουμε τη γνώριμη εικόνα της τσιμεντούπολης, σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Αθήνας.

Η ειδοποιός διαφορά, που κάνει την Καραβία να διαφέρει από τα άλλα ανήλιαγα στενά του κέντρου, είναι δύο πολύτιμες οάσεις πρασίνου: το πάρκο Γαζία –που εφάπτεται της Καραβία και αποδόθηκε στους κατοίκους το 2010, έπειτα από πολύχρονους αγώνες, και κυρίως το μοναδικής ομορφιάς δεντροφυτεμένο κτήμα Πάτμου και Καραβία, με το διατηρητέο κτίριο εντός του, που εδώ και 30 χρόνια λειτουργεί ως αυτοδιαχειριζόμενος πολιτιστικός χώρος.

Πρόκειται για τη μακροβιότερη κατάληψη χώρου πρασίνου στο κέντρο της πόλης, συνυφασμένη με την ιστορία της γειτονιάς, που έχει διατηρήσει τον κοινοτικό της χαρακτήρα, μεγαλώνοντας ολόκληρες γενιές, με πολύμορφες εκδηλώσεις, λαϊκά γλέντια, πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις, βιολογικές καλλιέργειες και λαϊκή αγορά, ένας επικούρειος κήπος ανοιχτών συνελεύσεων και διαλόγου, παραφωνία στο δίπολο της εμπορευματοποίησης – τσιμεντοποίησης.

Σήμερα, η κατάληψη της Πάτμου και Καραβία κινδυνεύει, καθώς οι «Κτιριακές Υποδομές Α.Ε.», η εταιρεία του Δημοσίου που διαδέχτηκε τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων και στην οποία ανήκει ο χώρος, ζητά την άμεση εκκένωση.

Εχει μάλιστα κοινοποιήσει εσωτερικό έγγραφο στη συνέλευση κατοίκων που αυτοδιαχειρίζεται το Κέντρο, με χρονικό περιθώριο που έληγε χθες, 25 Νοεμβρίου.

Αντί άλλης απάντησης, οι κάτοικοι κάλεσαν χθες σε συνέντευξη Τύπου, εξηγώντας γιατί το Κτήμα Πάτμου και Καραβία πρέπει να παραμείνει στα χέρια της γειτονιάς, με ανοιχτή και ελεύθερη πρόσβαση, και να μην παραδοθεί σε αλλότριες χρήσεις.

Αυτό άλλωστε αντιβαίνει τον χαρακτηρισμό του ως χώρου πρασίνου και του κτιρίου ως διατηρητέου δείγματος εξοχικής κατοικίας των αρχών του 20ού αιωνα – αδιάψευστος μάρτυρας ότι κάποτε τα Πατήσια ήταν όντως εξοχή.

Στη συνέντευξη Τύπου έδωσαν το «παρών» αιρετοί και αυτοδιοικητικά στελέχη από δημοτικά σχήματα της Αριστεράς, όπως η Ανοιχτή Πόλη, η Ανταρσία στις Γειτονιές της Αθήνας, η Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αθήνα, το Μέτωπο Ανατροπής για την Αθήνα, εκπρόσωποι των Οικολόγων Πράσινων, της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης, αλλά και πολλοί κάτοικοι της γειτονιάς.

«Θέλουν να σταματήσουν τη διακίνηση ιδεών που γίνεται στην κατάληψη. Προτιμούν να είναι αποκλεισμένο το κτίριο, παρά να είναι εδώ άνθρωποι. Εμείς το κρατάμε τόσα χρόνια, με κόπο και μεράκι, κάνοντας παρεμβάσεις, γιατί αλλιώς θα κατέρρεε – έχουμε επισκευάσει τα κεραμίδια, τη στέγη…

»Οι υπεύθυνοι έχουν αδιαφορήσει. Περιμένουνε πότε θα ισοπεδωθεί για να πουν “τι διατηρητέο, εδώ είναι ερείπιο”. Και γλιτώνουν λεφτά και βάζουν και τα τσιμεντάκια τους», λέει χαρακτηριστικά ο Βύρωνας Γιαλούρης, ζωγράφος, από τους πρωτεργάτες της κατάληψης.

Στις παρεμβάσεις που έγιναν τονίστηκε ότι δεν πρέπει να χαθεί ένα τόσο σημαντικό κεκτημένο, κοινωνικής χρησικτησίας, που έχει κερδηθεί έμπρακτα με πολύχρονους αγώνες των κατοίκων, ενώ προτάθηκε ο χώρος να ανοίξει σε κινήσεις γειτονιάς και πολύμορφες εκδηλώσεις, ώστε να προστατευθεί από τυχόν επεμβάσεις των ΜΑΤ. Προτάθηκαν μορφές συνδιαχείρισης του Κτήματος, από τον δήμο και φορείς πολιτών, με όρους ισοτιμίας, διαφυλάσσοντας τον αυτοδιαχειριζόμενο χαρακτήρα του.

«Το πρώτο που θυμάμαι από εδώ είναι ότι όταν περνούσα απέξω το καλοκαίρι, με την κόρη μου μωρό, στο καροτσάκι, είκοσι χρόνια πριν, ξαφνικά αισθανόμασταν δροσιά, είχε 6 βαθμούς πιο κάτω. Θυμάμαι ακόμα τις διηγήσεις του μπαρμπα-Νίκου, που είχε ζήσει στο Νταχάου, και τα παιδιά να τον κοιτάνε με γουρλωμένα μάτια», μας λέει η Γιολάντα, παλιά κάτοικος της περιοχής.

«Οταν διαβαίνω αυτή την πόρτα, ξεχνάω ότι είμαι στην Αθήνα. Μόνο που βλέπεις το πράσινο, τα δέντρα, τη φύση, αλλάζει ώς και ο τρόπος που κουβεντιάζουμε μεταξύ μας», μας λέει ο Νίκος. «Τα παιδιά μας μεγάλωσαν εδώ, καλοκαίρια και χειμώνες», προσθέτουν ο Παύλος και η Κατερίνα. «Αν ο χώρος αυτός εκκενωθεί, θα είναι μια μαχαιριά στην καρδιά της πόλης», καταλήγει η Γιολάντα. «Μιας πόλης τόσο σκληρής, που έχει ανάγκη χώρους σαν κι αυτόν, για να μαλακώνουν οι ψυχές μας».