Είναι σίγουρα οι πιο κρίσιμες εκλογές στην Ευρώπη από τη γέννησή της, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας στην ουρά του ΑΤΜ. Ούτε του πρώτου, ούτε του δεύτερου, ούτε του τρίτου από όσα αναγκαστικά έπρεπε να αναζητήσω την Παρασκευή το απόγευμα για να πληρώσω έναν λογαριασμό -κι είμαι η μόνη που ήρθα να δώσω, όλοι οι άλλοι περιμένουν να πάρουν την 13η σύνταξη.
Κι αν συνειδητοποίησα ένα πράγμα στις ουρές -σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που οι Αθηναίοι στέκονταν και πάλι στις ουρές των ΑΤΜ λόγω capital controls- είναι πως η επικοινωνία είναι πολύ υψηλή τέχνη για να αφήνεται στα χέρια των επικοινωνιολόγων.
Είμαστε δυο λογιών και δύο ηλικιακών ομάδων άνθρωποι που στεκόμαστε εδώ στην ουρά: είναι οι δικαιούχοι και οι συγγενείς τους, δηλαδή παππούδες και γιαγιάδες και γιοι και κόρες – είναι και ελάχιστα εγγόνια.
Από νωρίς το απόγευμα έχουν μαζευτεί και περιμένουν όλο χαρά κι ανυπομονησία. Κι είναι εξαιρετικά συγκινητικοί αφού μέσα στην οικονομική τους δυσκολία -τόση που τους οδηγεί να σπεύσουν- είναι όλοι τόσο αξιοπρεπείς και τόσο περήφανοι.
Είναι επίσης μια συγκινητική στιγμή γι’ αυτή τη χώρα που μέχρι τώρα με εντολές των δανειστών έβαζε χέρι στα ασφαλιστικά ταμεία και πετσόκοβε τις συντάξεις – έπαιρνε δηλαδή μέσα από τα χέρια των ηλικιωμένων αυτά που είχαν βγάλει με τα ίδια τους τα χέρια δουλεύοντας μια ζωή.
«Δικά μας είναι, δεν μας τα χαρίζουν», λέει μια κυρία γύρω στα 70. «Θα έπρεπε να μην τα πάρουμε καν, αλλά ας όψεται η ανάγκη, να τους τα τρίψουμε στη μούρη», της απαντά ένας καλοστεκούμενος 60άρης.
Παρ’ όλα αυτά, όλοι τους αδημονούν και υπολογίζουν πόσα θα πάρουν και τι θα (πρωτο)κάνουν με αυτά τα χρήματα που η χώρα -ως οφείλει- τους επιστρέφει. Είμαστε κι εμείς οι νεότεροι που χαμογελάμε τρυφερά και ικανοποιημένοι – αλλά όχι για πολύ.
Μόλις ο πρώτος κύριος παίρνει το ποσόν από το ΑΤΜ βάζει τις φωνές. «Λιγότερα είναι, μας κοροϊδεύουν! Για ελάτε εσείς να δούμε τι θα σας βγάλει», λέει στην επόμενη κυρία. Τα ίδια και η επόμενη κυρία. Τα ίδια και η μεθεπόμενη και ο κύριος πίσω από αυτήν. Κάπου εδώ αρχίζουν να παρεμβαίνουν οι γιοι και οι κόρες, προσπαθούν να εξηγήσουν ότι πρόκειται για σύνταξη και ως τέτοια έχει κρατήσεις, προσπαθούν να εξηγήσουν πώς υπολογίζεται, προσπαθούν γενικώς να απαντήσουν με επιχειρήματα στο κύμα του θυμού που σαρώνει πια την ουρά του ΑΤΜ.
Σ’ αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον ξετσουμίζει και η χρυσαυγίτισσα γιαγιά που αρχίζει να ωρύεται για τους «αριστερούς που βρίσκουν χρήματα για να ταΐζουν και να ποτίζουν και να σπιτώνουν τους λαθρομετανάστες. Εξω οι ξένοι, Χρυσή Αυγή όλοι μας!»
Κι ευτυχώς ξεσηκώνονται όλοι οι παππούδες και θυμώνουν οι γιαγιάδες: «Ντροπή! να σταματήσεις αμέσως! είσαι φασίστρια!»
Αυτή δεν είναι η μόνη εικόνα από την υποδοχή που επιφύλαξαν οι συνταξιούχοι στην 13η σύνταξη. Είναι και πολλοί εκείνοι που την είδαν σαν «επιστροφή στην κανονικότητα» (Λένα, 68, πρ. ιδιωτικός υπάλληλος), σαν «βήμα προς τα εμπρός» (Δημήτρης, 72, πρ. δημόσιος υπάλληλος), σαν «δικαίωση μετά από τόσους κόπους» (Σοφία, 65, πρ. αρχιτέκτονας).
Ομως δεν είναι αυτοί οι συνταξιούχοι εκείνοι που έδωσαν τον τόνο στα δημοσιεύματα στις πιο πολωμένες εκλογές και τις πρώτες έπειτα από 4 χρόνια.
Και κάπως έτσι βεβαιώθηκα: η επικοινωνία είναι πολύ υψηλή τέχνη για να αφήνεται στα χέρια των επικοινωνιολόγων. Γιατί αν αντί για σποτάκια κάποιος είχε εγκαίρως εξηγήσει στους ανθρώπους τι ακριβώς να περιμένουν, αν οι «ειδικοί» της επικοινωνίας αντιλαμβάνονταν πόσο πολύ πληγωμένοι είμαστε όλοι από αυτά τα χρόνια της κρίσης και πόσο πολύ εύκολα η παραμικρή απόσταση ανάμεσα σε αυτό που (νομίζουμε ότι) εξαγγέλλεται και σε αυτό που συμβαίνει παρερμηνεύεται ως «εμπαιγμός», όλα θα ήταν πολύ πολύ καλύτερα.
Κι ίσως είναι η στιγμή να θυμηθούμε όλοι πως η πραγματική πολιτική δεν γίνεται ούτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε στο youtube, ούτε είναι μια υπόθεση των influencers. Η πραγματική πολιτική γίνεται (και) στις ουρές των ΑΤΜ.
