Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι μπορεί και τι επιδιώκει η ακροδεξιά στην Ευρώπη και την Ελλάδα; Σ’ αυτό το καίριο όσο και επίκαιρο ερώτημα εστίασε η εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν την Τρίτη το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Πειραιά με ομιλητές τούς Κώστα Δουζίνα, Δημήτρη Ψαρρά και Στεύη Κίτσου.

Η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα της ακροδεξιάς, του φασισμού και της ξενοφοβίας, σημείωσε ο Κώστας Δουζίνας και χαρακτήρισε εμβληματικές στιγμές ανόδου της ακροδεξιάς το Brexit, την εκλογή Τραμπ και την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων σε μετακομμουνιστικές χώρες αλλά και στη δυτική Ευρώπη, στην Ιταλία και στη Γαλλία.

«Ο νεοφιλελευθερισμός απέτυχε. Αυτής της μορφής ο καπιταλισμός χρειάζεται ανοιχτά σύνορα, ενιαίες αγορές, αλλά αυτό οδήγησε σε δομική ανεργία, σε τεράστια αύξηση των ανισοτήτων και σε μια απονομιμοποίηση –ένα μερικό τέλος– του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους», υπογράμμισε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και εκτίμησε ότι «βρισκόμαστε στο μεταίχμιο, σε μια πιθανή μετάβαση από αυτό που ονομάστηκε “νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση” σε μια νέα εποχή»

«Σε αυτό το σημείο», εξήγησε, «ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο ευρωσκεπτικισμός είναι η δυστοπική ιδεολογία, μία αρνητική ουτοπία. Αυτή ακριβώς είναι η ιδεολογία της παρακμής του νεοφιλελευθερισμού. Και αυτό το όραμα, αυτή η δυστοπία, φαίνεται δυστυχώς να συνεπαίρνει μεγάλα κομμάτια των πληθυσμών στην Ευρώπη».

Στη συνέχεια ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ παρέθεσε τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη:

η ρητορική υπεράσπιση του λαού, των ανέργων, των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης

► ο λαϊκισμός, η λογική ότι χωρίζουμε τους πληθυσμούς ανάμεσα στον λαό και στους άλλους (το κατεστημένο, το σύστημα, η ελίτ κ.ά.)

η ψευδεπίγραφη ανάδειξη ενός αποδιοπομπαίου τράγου, ενός εξιλαστήριου θύματος, που κυρίως σε αυτήν την εποχή είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και

οι λεγόμενοι πόλεμοι των πολιτισμών, που αν και μέχρι πρόσφατα ήταν κλασικό αμερικανικό χαρακτηριστικό, πλέον εμφανίζονται στην Ευρώπη με εξαιρετικά έντονο τρόπο.

Όπως τόνισε ο κ. Δουζίνας, υποχρέωση της Αριστεράς στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα είναι να κατανοήσει τη σημασία που έχει η αίσθηση ανασφάλειας και να δημιουργήσει το εναλλακτικό, πραγματικό όραμα για τους λαούς.

Η απειλή μιας νέας σκοτεινής εποχής

«Σήμερα εδώ και πολύ καιρό είναι τόσο κοντά στην πραγματοποίησή του το ενδεχόμενο να υπάρξει μια μαύρη διεθνής», εκτίμησε ο Δημήτρης Ψαρράς και εξήγησε ότι η εκλογή Τραμπ και οι αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε διεθνώς επιτάχυνε τις διαδικασίες σύγκλισης εθνικιστικών κομμάτων και οργανώσεων.

Σχετικά με το πώς σχετίζονται οι ακροδεξιές δυνάμεις της Ευρώπης ο δημοσιογράφος της «Εφ.Συν.» έκανε λόγο για γνωστές υπόγειες διασυνδέσεις με βασικό κόμβο τη Ρωσία του Πούτιν, με το περιβάλλον του οποίου έχει απροσδόκητα καλές σχέσεις η ναζιστική Χρυσή Αυγή, η οποία επιχειρεί να αποκτήσει σχέσεις και με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά της ακροδεξιάς ο δημοσιογράφος τόνισε ότι «οι ιδέες της δεν βρίσκονται έξω από το πλαίσιο της σύγχρονης μορφής της δημοκρατίας» και υπογράμμισε την πολιτική νομιμοποίηση ακροδεξιών κομμάτων -όπως ο ΛΑΟΣ με την ανάδειξή του σε κυβερνητικό εταίρο από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. και οι ΑΝ.ΕΛΛ. από τον ΣΥΡΙΖΑ- αλλά και στελεχών – όπως ο Άδ. Γεωργιάδης στη θέση του αντιπροέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

«Αν ήθελε να εντοπίσει κανείς τον βαθύτερο λόγο που η ανάδειξη ακροδεξιών κομμάτων και ακροδεξιών στελεχών στις κυβερνήσεις δεν προκάλεσε σοκ στην Ελλάδα θα πρέπει να αναφερθεί στην ιδιαιτερότητα των ομάδων αυτών», είπε στη συνέχεια ο δημοσιογράφος και εξήγησε ότι όχι μόνο ο ΛΑΟΣ και οι ΑΝ.ΕΛΛ. αλλά ακόμα και η σκληρή ναζιστική Χρυσή Αυγή δεν είναι κόμματα του πολιτικού περιθωρίου, απεναντίας εκφράζουν ένα σοβαρό τμήμα του ελληνικού βαθέος κράτους, το οποίο διατηρείται επί δεκαετίες.

Για τον λόγο αυτό, συμπέρανε ο Δ. Ψαρράς, δεν είναι δυνατόν να καταπολεμηθεί η ακροδεξιά αν δεν αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα οι απόψεις της στο εσωτερικό δημοκρατικών σχηματισμών και αυτό, όπως σχολίασε, «είναι το δυσκολότερο γιατί μας αναγκάζει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη».

Εξηγώντας την ανάδυση ακροδεξιών κομματικών σχηματισμών στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης ο κ. Ψαρράς σημείωσε ότι είναι αποτέλεσμα μιας βαθύτερης διεργασίας: της ριζοσπαστικοποίησης προς τα δεξιά ενός μεγάλου τμήματος της εκλογικής πελατείας των συντηρητικών κομμάτων.

«Δεν είναι ο Γεωργιάδης και ο Βορίδης εκείνοι που προκαλούν τη μετατόπιση του Κ. Μητσοτάκη προ θέσεις αντιφιλελεύθερες, αντικαραμανλικές και εν τέλει αντιμητσοτακικές, είναι η ίδια η βάση της Ν.Δ. που έχει ήδη μεταστραφεί προς τα δεξιά ενώ και το κέντρο έχει εξαφανιστεί», σχολίασε και σημείωσε με έμφαση:

«Το βάρος πέφτει λοιπόν στην Αριστερά και στη Σοσιαλδημοκρατία. Δεν αρκεί πλέον η επίκληση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ή η υπεράσπιση της πολιτικής ορθότητας, με τους όρους της προοδευτικής Ευρώπης του ’80. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναμετρηθούμε με την απειλή μιας νέας σκοτεινής εποχής και είναι αμφίβολο αν μπορούμε»», επισήμανε ο Δ. Ψαρράς.

Σε ερώτηση της δημοσιογράφου Μαρίας Ψαρά, η οποία συντόνισε τη συζήτηση, σχετικά με τον ρόλο που έχει διαδραματίσει η δίκη της Χ.Α. στη δράση της, ο κ. Ψαρράς -ένας από τους 130 μάρτυρες κατηγορητηρίου που ερευνά τη ναζιστική οργάνωση από τη δεκαετία του ’90- επισήμανε ότι η οργάνωση επιχειρεί να εξαφανίσει τη δίκη, δεν αναφέρεται ούτε εμφανίζεται σ’ αυτήν, ενώ το τελευταίο διάστημα προσπαθεί όσο μπορεί να την καθυστερήσει. Σημείωσε, ωστόσο, ότι η δίκη έχει ήδη επιδράσει καθώς η βία που ασκεί η ναζιστική οργάνωση δεν συγκρίνεται με τη βία που ασκούσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013.

«Αν και στόχος του Μιχαλολιάκου είναι -ει δυνατόν- να καταδικαστούν όλοι μέχρι τον Λαγό και να γλιτώσει ο ίδιος, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί με βάση όσα ντοκουμέντα έχουν εισφερθεί στο δικαστήριο», κατέληξε ο δημοσιογράφος.

Η ρητορική του μίσους

Στη ρητορική του μίσους στον δημόσιο λόγο αναφέρθηκε στην τοποθέτησή της η Στεύη Κίτσου, μέλος του Παρατηρητηρίου GoldenDawnWatch και του Δ.Σ. της ΕλΕΔΑ, σημειώνοντας την επίδραση που ασκεί ο συγκεκριμένος λόγος στα κοινωνικά στρώματα στα οποία κατά βάση απευθύνεται. Όταν ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος πολιτικοποιείται, εξήγησε η δικηγόρος, απολαμβάνει την ίδια ασυλία που μετέρχεται και ο πολιτικός που τον χρησιμοποιεί καθώς, όπως είπε, διαφορετικό επίπεδο ανεκτικότητας υπάρχει στην εκφορά του από εκπρόσωπο κόμματος και διαφορετικό από κάποιον ιδιώτη.

Αναφερόμενη στην ακροδεξιά, η Στ. Κίτσου υπογράμμισε ότι «όπως και ιδεολογικά έτσι και στον δημόσιο λόγο της παίζει με τα άκρα στις αντιθέσεις τους: από τη μία το συστημικό πολιτικό καθεστώς της ασυδοσίας, από την άλλη ο αντισυστημικός χαρακτήρας των αδιάφθορων λαϊκών που μάχονται για την πολυπόθητη κάθαρση».

Χρησιμοποιώντας ως παραδείγματα εκφράσεις του Κασιδιάρη («Οι μετανάστες είναι σκουπίδια») και του Σαλβίνι («Italians first») η δικηγόρος υπογράμμισε πως καλλιεργούν το αφήγημα ενός δήθεν αντίστροφου ρατσισμού: είναι ο πρόσφυγας που στερεί κοινωνικές παροχές από τον Έλληνα, ο οποίος αναγκάζεται να προστατευθεί στην ίδια του τη χώρα.

Όσον αφορά τις συνέπειες που απορρέουν στην κοινωνία από τη μισαλλόδοξη αυτή ρητορική η Στ. Κίτσου διέκρινε δύο αλληλένδετα επίπεδα: την αύξηση ρατσιστικών επιθέσεων σε περιβάλλον εκφοράς πύρινου μισαλλόδοξου λόγου, η οποία λαμβάνει χώρα μέσω της κανονικοποίησης αυτής της ρητορίας.

Αλλά πώς κανονικοποιεί η ακροδεξιά τη ρητορία της; Εδώ η δικηγόρος έφερε το παράδειγμα της ναζιστικής Χρυσής Αυγής: αποξενώνει τον άνθρωπο-στόχο από τις ιδιότητές του (κατσαρίδες οι μετανάστες, έκτρωμα της φύσης οι τρανς, υπάνθρωποι οι ομοφυλόφιλοι) για να δικαιολογήσει στη συνέχεια τις επιθέσεις εναντίον τους.

Σχολιάζοντας την κανονικοποίηση αυτής της ρητορικής σε πιο ευρεία κλίμακα, αναφέρθηκε στα παραδείγματα των Τραμπ, Ερντογάν, Πούτιν, Όρμπαν, Μπολσονάρο, που «χτίζουν ένα αντιπαράδειγμα με τον λόγο τους και τροφοδοτείται έτσι η αίσθηση ασυλίας των πολιτικών προσώπων αλλά και των πολιτών που επιδίδονται σε ρατσιστικό λόγο».

Ανησυχητικό χαρακτήρισε η δικηγόρος το γεγονός ότι κόμματα που παραδοσιακά χαρακτηρίζονται από πιο μετριοπαθείς ιδεολογικά θέσεις σε σύγκριση με την ακροδεξιά, βλέποντας ότι η ρητορική του λαϊκισμού πείθει και κινητοποιεί, αντί να προσπαθήσουν να αλλάξουν την αφήγηση και να εξηγήσουν ότι πηγή της κακοδαιμονίας τους δεν είναι ο «ξένος», (το «έτερο» σε μια ευρεία πρόσληψη), μετέρχονται αντίστοιχες πρακτικές με αποτέλεσμα να καθιστούν το λαϊκισμό ως βασικό εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικού λόγου.

Γι’ αυτό τον λόγο, κατέληξε, πέρα από εύκολες αφηγήσεις και αναζήτηση νέων εχθρών στο πρόσωπο των παγκόσμιων τεχνοκρατικών ελίτ, η αριστερά χρειάζεται να προσπαθήσει να εξηγήσει και να καταπολεμήσει σε όλα τα επίπεδα όλες τις μορφές καταπίεσης οι οποίες προωθούνται από τη δεξιά και αντίστοιχα ο δημόσιος λόγος της πρέπει να προωθεί τη διαθεματικότητα ανάμεσα στις πολλαπλές ταυτότητες των υποκειμένων που τα οδηγούν στην καταπίεση (φύλο, φυλή, τάξη κ.λπ.) δείχνοντας ότι ένας κόσμος χτισμένος σε διεκδικήσεις βάσει των κοινών μας καταπιέσεων που συνολικά χρειάζεται να αρθούν και όχι βάσει όσων μας χωρίζουν, είναι δυνατός.