Φως στα γεγονότα που συνέβησαν τη μοιραία Παρασκευή, όταν ο Ζακ Κωστόπουλος έχασε τη ζωή του, ρίχνουν δύο νέες μαρτυρίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία του «ανθρώπου με την κοτσίδα», που εμφανίζεται στο πρώτο βίντεο να προσπαθεί να σταματήσει την επιθετική μανία όσων λίντσαραν τον Ζακ Κωστόπουλο, ακόμη και όταν αυτός βρισκόταν αιμόφυρτος στο έδαφος.
Σε δηλώσεις του στο Newpost, ο Φ.Κ. διηγείται ότι έφτασε στο σημείο τυχαία, είδε μαζεμένο κόσμο και δυο-τρεις να σπάνε ένα μαγαζί.
Λέει ότι είδε ένα παιδί μέσα στο κοσμηματοπωλείο, που «φου να του έκανες, θα έπεφτε κάτω» και συνεχίζει:
«Μ’ έναν πυροσβεστήρα προσπαθούσε να σπάσει την πόρτα. Πέρα-δώθε τον πήγαινε, δεν μπορούσε να τον σηκώσει. Δεν είχε δύναμη. Απ’ έξω πρέπει να έσπασε κάποιος ένα κομμάτι της τζαμαρίας. Το παιδί σκύβει από εκεί που είναι σπασμένα τα τζάμια, κάτω απ’ την προθήκη που έχει τα κοσμήματα, ήτανε ένα κενό, κι έχει πέσει στα τέσσερα και προσπαθεί μπουσουλώντας να βγει έξω».
Η περιγραφή του από τη στιγμή της βίαιης επίθεσης των δύο αντρών στον άτυχο Ζακ είναι συγκλονιστική:
«Οι κλοτσιές που έτρωγε στο κεφάλι, δεν ξέρω, και να μην πέθανε από αυτό, να πέθανε από κάτι άλλο, τα χτυπήματα ήτανε δολοφονικά. Κάλλιστα θα μπορούσε να έχει πεθάνει από μια κλοτσιά και μόνο. Το κεφάλι του έφευγε με φοβερή ένταση από τις κλοτσιές, το οποίο χτύπαγε επάνω σε ό,τι είχε απομείνει από το σπασμένο τζάμι. Και η φάση που φαίνεται στο βίντεο, που ο ιδιοκτήτης τού χώνει μία και του καρφώνει το κεφάλι κάτω, το κεφάλι δεν του το κάρφωσε στο πεζοδρόμιο, αλλά πάνω στα σπασμένα γυαλιά. Μιλάμε για πολύ αίμα, πάρα πολύ αίμα. Δεν ξέρω αν ήταν θανατηφόρα, αλλά, όπου ακουμπούσε, ήταν σπασμένα γυαλιά, κοβόταν κι έτρεχε αίμα».
«Κουζινομάχαιρο της λαϊκής»
Οσο για το μαχαίρι που υποτίθεται ότι κρατούσε ο Ζακ Κωστόπουλος, λέει: «Δεν είδα πώς βρέθηκε στο χέρι του. Δεν ξέρω. Το ‘βγαλε από την τσέπη του, το βρήκε κάτω, αντί για το γυαλί, βρήκε εκείνη την ώρα ένα μαχαίρι κι έπιασε; Δεν ήτανε μαχαίρι για ληστεία, κάποιος σουγιάς, κάτι απειλητικό. Ενα κουζινομάχαιρο της λαϊκής ήταν» και συνεχίζει: «Είδα έναν τύπο με μαύρα, του πήρε το μαχαίρι και του το κόλλησε στην καρωτίδα».
Ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε εκείνη την ώρα ήταν η απάθεια του κόσμου: «Ούτε καν φώναζε ο κόσμος. Απλά παρακολουθούσε. Ηταν τρομακτικό. Τριάντα, σαράντα, πενήντα νοματαίοι, απλά παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα. Στημένοι αμφιθεατρικά, χωρίς να υπάρξει μία φωνή. Κι ας μην πάει ο άλλος να μπει μπροστά, από μακριά, κάτι να ειπωθεί. Οταν μπήκα εγώ, ακούστηκε μία κυρία από πίσω να φωνάζει “σταματήστε, έλεος, τι είναι αυτά που κάνετε”. Μια γυναίκα μόνο…».
Η δεύτερη μαρτυρία είναι αυτή ενός υπαλλήλου κοντινού καταστήματος, στον πεζόδρομο της Γλάδστωνος, που περιγράφει στους αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αθηνών ότι ο Ζακ, λίγο πριν μπει μέσα στο κοσμηματοπωλείο, βρισκόταν στον πεζόδρομο με τρεις ακόμη άντρες, πιθανότατα φίλους ή γνωστούς του, εμφανώς ταραγμένος.
Βάσει όσων κατέθεσε ο υπάλληλος, ο Ζακ φώναζε και οι τρεις άλλοι προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν.
