Κόντρα στην άκαρδη τυπολατρία, κόντρα σε πόλεις χωρίς οάσεις ομορφιάς, δεν είναι μόνο λογικό, είναι ίσως μοναδικό το αίτημα που κατέθεσε προχθές στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος, με το οποίο ζητά τη συνδρομή του για «την αποσαφήνιση του θέματος σχετικά με τη δίωξη μουσικών με την κατηγορία της επαιτείας, ζήτημα που προέκυψε εντελώς αιφνιδίως και αποτελεί φαινόμενο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κοινή μας κουλτούρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Να σημειωθεί δε ότι δεν έχει υπάρξει προηγούμενο σε ολόκληρο τον κόσμο».
Το πεντασέλιδο κείμενο που συνέταξαν και κατέθεσαν στην Εισαγγελία οι νομικοί Κώστας Κοσμάτος και Χρήστος Λαμπάκης θα μπορούσε να δημοσιευτεί ταυτοχρόνως σε νομικά και μουσικά περιοδικά, αφού η νομική επιχειρηματολογία συναντιέται και επικουρεί με τη μουσική ιστορία μέσω αναφορών που εκκινούν από την αρχαία Ελλάδα.
Σημειώνουμε ότι ο Σύλλογος είναι ένας από τους παλαιότερους στην πόλη και τη χώρα αφού ιδρύθηκε το 1922, έχει συνεχή δραστηριότητα και σήμερα απαριθμεί περί τα 3.300 μέλη.
Οπως αναφέρουν στο αίτημά τους προς τη… Θέμιδα, «το τελευταίο χρονικό διάστημα ο Σύλλογος υπήρξε αποδέκτης σοβαρού αριθμού καταγγελιών από συναδέλφους “μουσικούς του δρόμου” σχετικά με οχλήσεις τους από αστυνομικά όργανα και παρεμπόδιση της μουσικής εκτέλεσης με συστάσεις για διακοπή ή απομάκρυνση των μουσικών από τα κατά παράδοση υπαίθρια σημεία της πόλης μας. Σε κάποιες δε περιπτώσεις τα πράγματα εξετράπησαν σε προσαγωγή στο αστυνομικό τμήμα και άσκηση δίωξης για το αδίκημα της επαιτείας, συνακόλουθα δε σε κράτηση και παραπομπή την επομένη ημέρα στο αυτόφωρο».
Ανιστορούν ότι «αν περιοριστούμε στον ελλαδικό χώρο και μόνο, η μουσική δραστηριότητα ανιχνεύεται ήδη από τον κυκλαδικό, τον μινωικό και τον μυκηναϊκό πολιτισμό, οι δε αρχαίοι “μουσικοί του δρόμου” διακριτά εμφανίζονται στους προ-ομηρικούς χρόνους με τους αοιδούς που εξελίσσονται κατόπιν στην ομηρική εποχή στους ραψωδούς. Κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν η ελευθερία τους να επιλέγουν τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο έκφρασης […] η δε ανταμοιβή τους θεωρούνταν πάντα ανταπόδοση της σημαντικής τους πολιτιστικής προσφοράς και όχι επαιτεία».
Στο αίτημά του ο Σύλλογος θυμίζει πως σήμερα «οι μουσικοί του δρόμου» είναι κατά κύριο λόγο «οι νεαροί μαθητές του μουσικού σχολείου, οι φοιτητές του μουσικού τμήματος του πανεπιστημίου και οι σπουδαστές των ωδείων, που θέλουν να θέσουν την τέχνη τους στη δοκιμασία της ανοικτής ακρόασης στον δρόμο, μετρώντας τρόπον τινά την αποδοχή της μουσικής τους από το κοινό, με κριτήριο το πιθανό φιλοδώρημα από τους περαστικούς. Είναι, παραπέρα, παλιοί και νέοι επαγγελματίες μουσικοί που τα τελευταία χρόνια χάσανε πλέον τις δουλειές τους και προτίμησαν να εξωτερικεύουν την τέχνη τους στον δρόμο με αξιοπρέπεια, παρά να βυθιστούν άπραγοι στη θλίψη της ανεργίας, στο περιθώριο της κοινωνίας και τον αποκλεισμό».
Οπως δε εύστοχα τονίζουν, όλοι αυτοί οι μουσικοί αφενός «ούτε απαιτούν ούτε επαιτούν», αφετέρου, όσοι ανταποκρίνονται με το κέρμα στο καπέλο «δεν είναι συνεργοί σε κάποιο αδίκημα ή συνένοχοι σε κάποια αξιόποινη πράξη. Δεν πρέπει καν να θεωρούνται ευσπλαχνικοί, φιλάνθρωποι ή ελεήμονες, παρά, το πολύ πολύ, να νιώθουν αλληλέγγυοι στην όποια τρέχουσα δυσκολία του “μουσικού του δρόμου”».
