ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βλέπουν τον κόσμο που γνώριζαν και από τον οποίο εξαρτούσαν τη ζωή τους να γκρεμίζεται και σταδιακά βυθίζονται στη φτώχεια. Νιώθουν αναστάτωση και αβεβαιότητα για το μέλλον, καταστάσεις που εντείνει η ανεργία, καθώς ο ένας στους τρεις είναι άνεργος. Αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών τους στις συνθήκες γενικευμένης κρίσης.

Για την αντιμετώπιση των κοινών τους προβλημάτων και την οργάνωση των αντιστάσεών τους δεν στρέφονται στη συλλογική δράση, αλλά επιλέγουν να καταφύγουν στους ειδικούς (σε ποσοστό 39,2%), αναζητώντας πληρέστερη ενημέρωση, και ταυτόχρονα γυρίζουν την πλάτη στους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους.

Δυσπιστούν: έλλειμμα εμπιστοσύνης, επίσημης ενημέρωσης, ακόμη και δημοκρατίας – έτσι κι αλλιώς δεν είχαν λόγο στις αλλαγές που τους αφορούν. Η απουσία σταθερής στρατηγικής που χαρακτηρίζει την κεντρική εξουσία επιδεινώνει την κατάσταση: υπάκουη στις έξωθεν επιταγές, η όποια κυβέρνηση φαντάζει και άβουλη όσο δεν τις μετατρέπει σε επιλογές που εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα.

Κάπως έτσι αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι κάτοικοι στις περιοχές με ενεργειακές μονάδες που λειτούργησαν ή λειτουργούν. Και σε όλες τις περιοχές, είτε οι μονάδες έχουν βάση τα ορυκτά καύσιμα (λιγνίτη/πετρέλαιο) για την παραγωγή ενέργειας (Μεγαλόπολη, Πτολεμαΐδα, Αλιβέρι) και υπάρχουν ρύπανση και απόβλητα, είτε λειτουργούν χωρίς περιβαλλοντική επιβάρυνση, όπως για παράδειγμα το υδροηλεκτρικό φράγμα στον Λάδωνα, είτε παράγουν ενέργεια από φυσικό αέριο, όπως σε Θήβα, Κερατσίνι, Λαύριο, είτε πρόκειται για αιολικά πάρκα, όπως στην Κάρυστο, οι κάτοικοι αποτιμούν θετικά την ύπαρξη αυτής της δραστηριότητας για την οικονομική ζωή της περιοχής, φοβούνται την απώλεια των θέσεων εργασίας και ανησυχούν για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Κοινή αδιαπραγμάτευτη πεποίθηση σχεδόν όλων όσοι συμμετείχαν στην έρευνα; Οτι η ενέργεια είναι δημόσιο αγαθό.

Αυτές είναι οι κυρίαρχες στάσεις όπως αποτυπώνονται στην «εμπειρική διερεύνηση των κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων από την εγκατάσταση και λειτουργία συμβατικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε τοπικό επίπεδο», που διενεργήθηκε από μέλη της ερευνητικής ομάδας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, καλύπτοντας το κενό απεύθυνσης στους «άμεσα ενδιαφερόμενους» οι οποίοι συμβιώνουν με τις επιλογές της εκάστοτε εξουσίας, συχνά χωρίς να ρωτηθούν, επειδή στις περιοχές τους υπάρχουν απολήψιμα ενεργειακά αποθέματα.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

Η έρευνα περιλαμβάνεται στον τόμο που εκδόθηκε πρόσφατα «Ενέργεια και Τοπικές Κοινωνίες», που έχουν επιμεληθεί η διευθύντρια ερευνών στο ΕΚΚΕ, Ιωάννα Τσίγκανου, και η επιστημονική συνεργάτις του ΕΚΚΕ, Ρόη Κιντή.

Στον τόμο μελετώνται όλες οι παράμετροι που συνθέτουν την ενεργειακή πολιτική στη χώρα μας, από τις ενεργειακές πηγές μέχρι την εθνική στρατηγική και τις επιπτώσεις των επιλογών μεταξύ συμβατικών και καθαρών πηγών ενέργειας, αλλά και οι στάσεις των τοπικών κοινωνιών που συνδέονται με τις ενεργοφόρες περιοχές, οι θέσεις των ιδιωτών επενδυτών, καθώς και των περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Βασικά συμπεράσματα

Ποια είναι τα βασικά συμπεράσματα; ρωτήσαμε την Ιωάννα Τσίγκανου, που είχε την επιστημονική ευθύνη του έργου και ξεχώρισε δύο σημαντικά ευρήματα:

■ Την κυρίαρχη άποψη στο κοινωνικό σώμα όλων των περιοχών για την ενέργεια ως δημόσιο αγαθό, η οποία, «έτσι όπως εκφράστηκε μαζικά και δυναμικά, μας υποδεικνύει ότι είναι μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στο ελληνικό κοινωνικό σώμα που συνιστά εν μέσω οικονομικής κρίσης, αλλά και απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, ένα σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό διακύβευμα».

■ «Μια οπισθοδρόμηση που χαρακτηρίζεται από την ήττα της συλλογικής δράσης, την κρίση εμπιστοσύνης στις κεντρικές και τοπικές εξουσιαστικές δομές, αλλά και την προσφυγή στην πεφωτισμένη γνώση των ειδικών ως ένα σημαντικό αντίβαρο».

Στη συζήτησή μας επισημαίνει την έλλειψη δράσεων αποκατάστασης των ενεργοφόρων περιοχών από την εγκατάσταση και λειτουργία συμβατικών και Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) μετά το πέρας της εκμετάλλευσης των τοπικών πόρων ή της συγκομιδής των αποβλήτων, που επιδεινώνει τη δυσπιστία των τοπικών κοινωνιών.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

■ Σε ακόμη μία έρευνα για την «προστασία δικαιωμάτων και έννομων αγαθών κατά την εγκατάσταση και λειτουργία συμβατικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», αποτυπώνεται πως με βάση κυρίως την εμπειρία τους και δευτερευόντως την όποια ενημέρωσή τους έχουν σαφή αντίληψη των πηγών που παράγουν «καθαρή ενέργεια» και, με εξαίρεση το υδροηλεκτρικό έργο, η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων στις περισσότερες περιοχές (σε ποσοστό 60,1% συνολικά) αποτιμούν ως αρνητικές τις επιπτώσεις των μονάδων παραγωγής ενέργειας στο φυσικό τοπίο και στο περιβάλλον (70,1%), αναφέροντας οπτική, ακουστική και άλλες οχλήσεις. «Οσο πιο ρυπογόνος ή άναρχη η εκμετάλλευση των ντόπιων ενεργειακών πόρων τόσο πιο βαθιά παγιωμένη η αντίληψη περί των αρνητικών αυτών επιπτώσεων» παρατηρεί η ερευνήτρια.

■ Η κ. Τσίγκανου αναδεικνύει ακόμη τις συμπεριφορές, το πώς τάσσονται οι τοπικές κοινωνίες απέναντι σε δύο διλήμματα: μπορεί να επιλέγουν τον βιοπορισμό και τις θέσεις εργασίας στις παραγωγικές μονάδες της περιοχής κι ας υπάρχουν επιπτώσεις από τη λειτουργία τους στο περιβάλλον ή ακόμη και στην υγεία τους, αλλά δίνουν προτεραιότητα στην επένδυση στο τοπίο της περιοχής ως τουριστικό προϊόν σε σχέση με την προσφορά εργασίας σε ενεργειακές μονάδες.

Εξάρτηση από τον λιγνίτη

Μπορεί η εργασία να απασχολεί τις περιοχές όπου λειτουργούν μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο υπάρχουν και οι συνέπειες: η «μονοκαλλιέργεια του λιγνίτη» επέφερε εξάρτηση από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, που έθεσε στο περιθώριο την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής – καταφύγιο ωστόσο στους δύσκολους καιρούς για όσες περιοχές δεν έχουν υποβληθεί σε αστικοποίηση.

Οι κάτοικοι των ενεργοφόρων τοπικών κοινωνιών γνωρίζουν τις επιπτώσεις από τη λειτουργία των συμβατικών μονάδων σε σύγκριση με τις ΑΠΕ και σε όλες τις περιοχές, η πλειονότητα τάσσεται υπέρ της καθαρής ενέργειας, ωστόσο δεν παύουν να υποστηρίζουν αυτό που τους δίνει δουλειά: έτσι, σχεδόν ο ένας στους τέσσερις στη Μεγαλόπολη και ο ένας στους τρεις στην Πτολεμαΐδα υποστηρίζουν τον ορυκτό τους πόρο για την παραγωγή ενέργειας, αποτυπώνοντας την πολλαπλή εξάρτηση από την ενεργοφόρο πηγή.

Υποφέρουν από φτώχεια και ανεργία, αβεβαιότητα και δυσπιστία για τη μεταλιγνιτική εποχή στις περιοχές με σχολάζοντα ή εφεδρικά χρησιμοποιούμενα εργοστάσια της ΔΕΗ, φαινόμενα που μεγεθύνει η απουσία εναλλακτικών μέσων παραγωγής, καθώς εκεί εμφανίζεται και ο χαμηλότερος δείκτης επιχειρηματικότητας στη χώρα.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των απωλειών γι’ αυτές τις κοινωνίες, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα πολλαπλασιαστικά οφέλη που είχε η λειτουργία των μονάδων παραγωγής ενέργειας, όπως αναφέρονται σε άλλη ενότητα του τόμου. Ενδεικτικά, σύμφωνα με το ΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας, περισσότεροι από 9.000 εργαζόμενοι απασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με μόνιμη ή έκτακτη σχέση εργασίας στον παραγωγικό κύκλο της λιγνιτικής βιομηχανίας, ενώ στην περιοχή υπολογίζεται ότι συντηρούνται συνολικά 22.573 θέσεις εργασίας.

Για κάθε μία μόνιμη θέση προσωπικού στα ορυχεία και στους ατμοηλεκτρικούς σταθμούς (ΑΗΣ) συντηρούνται 3,28 θέσεις στην τοπική αγορά εργασίας, ενώ για κάθε ένα ευρώ που οι εταιρείες εξόρυξης δαπανούν σε μισθούς, εργολαβίες και υπηρεσίες προς ορυχεία και σταθμούς παραγωγής προκύπτουν επαγωγικά περισσότερα από τρία ευρώ στον τοπικό οικονομικό κύκλο: οι ετήσιες αμοιβές ύψους 350 εκατ. € δημιουργούσαν συνολικό πλούτο άνω του 1,2 δισ. € για το σύνολο της τοπικής οικονομίας το 2012.

Κοινά αγαθά

Επιπλέον, οι αναφορές των κατοίκων από όλες τις περιοχές στη φυσική τους πλουτοπαραγωγική πηγή, με εκφράσεις του τύπου «τα νερά μας», «ο λιγνίτης μας», «το αιολικό δυναμικό μας», αντανακλά τη γενικευμένη αντίληψη για την αξία που έχει για τον τόπο τους και οφείλει να λειτουργεί προς όφελός τους.

«Στην αντίληψη αυτή της θεώρησης των φυσικών πόρων και πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας ως συλλογικών κοινών αγαθών ενδεχομένως εντοπίζεται αφενός η πρόσληψη και της ενέργειας ως δημόσιου αγαθού και αφετέρου το συντριπτικής αποδοχής αίτημα των κατοίκων των τοπικών κοινωνιών για απασχόληση στις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης των τοπικών πηγών ενέργειας κατά προτεραιότητα» επισημαίνουν οι ερευνητές.

Αλλαγή μοντέλου, (μη…) υπεύθυνη ενημέρωση και καχυποψία

Τι κι αν το κοινό είναι ενημερωμένο για την κλιματική αλλαγή και ευαισθητοποιημένο για το περιβάλλον; Την εξέλιξη των ενεργειακών επενδύσεων εμποδίζει το ίδιο το κράτος, που καλλιεργεί τη δυσπιστία με κάθε τρόπο: μεταβαλλόμενο νομοθετικό πλαίσιο, καθυστερήσεις, έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού.

Οι περιοχές με δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ τις αντιλαμβάνονται ως ανταγωνιστικές για την τουριστική τους ανάπτυξη, την προστασία του φυσικού τους κάλλους και την ποιότητα του περιβάλλοντος. Ακόμη και η εγκατάσταση μικρών υδροηλεκτρικών εργοστασίων -μια ήπιας μορφής παραγωγή ενέργειας- συναντά οξείες αντιδράσεις από τους κατοίκους, που αντιτίθενται στην ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

Την καχυποψία των τοπικών κοινωνιών επιτείνει το γεγονός ότι βρίσκονται αντιμέτωπες με το διαρκές και ατιμώρητο έγκλημα της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος.

Ανάγκη επανασχεδιασμού

Το διακύβευμα για τους κρατούντες, πολυσύνθετο: από τη μια αναζητούν το κατάλληλο ενεργειακό μείγμα σε μια εξαρτημένη ενεργειακή πολιτική από την παγκοσμιοποιημένη αγορά ενέργειας, τις χρηματιστηριακές αξίες, τις τιμές και τους ρύπους, αλλά και την πολιτική της Ε.Ε. που προωθεί την απελευθέρωση της αγοράς.

Από την άλλη, είναι ζωτικής σημασίας το σωστό μείγμα ενημέρωσης και ανάπτυξης για τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος σε μια χώρα με υπεροχή σε ήλιο, αέρα και φυσικό πλούτο, που θα μπορούσαν να εξασφαλίζουν επαρκώς τις ενεργειακές της ανάγκες.

Το βασικότερο; Με τις συνέπειες από την κλιματική αλλαγή να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, γίνεται φανερή η αναγκαιότητα του ενεργειακού επανασχεδιασμού με την αξιοποίηση όλων των τεχνολογιών για τη μεγιστοποίηση της διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μας μείγμα, τη σταδιακή απεξάρτηση από το υψηλό κόστος της εισαγόμενης ενέργειας, αλλά και τον περιορισμό εκμετάλλευσης του ορυκτού μας πλούτου -κυρίως του λιγνίτη- που εγγυήθηκε την ενεργειακή μας ασφάλεια για χρόνια, αλλά αποτελεί περιβαλλοντικά επιβαρυντικό πόρο.

Πότε η πολιτεία μίλησε για όλα αυτά και ενημέρωσε για το σχέδιό της; Και αν εμείς στις πόλεις μπορεί να συζητάμε για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου και αερίων που προκαλούν το φαινόμενο θερμοκηπίου ή την ενεργειακή απόδοση κτιρίων και συσκευών, ποιος γνωρίζει κάτι για την αποκατάσταση των περιοχών και την προετοιμασία για τη μετάβασή τους στη μεταλιγνιτική εποχή;

Είναι αυτό το έλλειμμα ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, αλλά και στρατηγικής όσον αφορά τη μετάβαση στα νέα δεδομένα που αναδεικνύεται όχι μόνο από την ανησυχία των κατοίκων σε ενεργοφόρες περιοχές αλλά και από τους άλλους φορείς με τους οποίους συζήτησαν οι ερευνητές.

«Υποχρεωτικές» πωλήσεις

Βασικό ζητούμενο ακόμη είναι το πώς θα εξισορροπηθούν από τη μια η αντίληψη της ενέργειας ως δημόσιου αγαθού και από την άλλη η εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές που το αντιμετωπίζουν ως επιχειρηματικό προϊόν: πέρα από τις συνέπειες σε καταναλωτές ή περιβάλλον, που οφείλουν να προστατευθούν, η μετάβαση προϋποθέτει ως μνημονιακή υποχρέωση την πώληση τριών λιγνιτικών μονάδων, δύο στη Μεγαλόπολη και μίας στην Πτολεμαΐδα.

Οι φορείς στις επιμέρους μελέτες του ερευνητικού έργου αναδεικνύουν σειρά ζητημάτων για ηπιότερη προσαρμογή στις απαιτήσεις των καιρών, με βασικότερο μια ισχυρή πολιτική δέσμευση για αλλαγή προτύπου παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας που θα εξοικονομεί τους εθνικούς πόρους, θα προστατεύει τον φυσικό πλούτο, την υγεία και την ποιότητα ζωής και θα προτείνει φτηνή και καθαρή ενέργεια για όλους, στηρίζοντας τις ευάλωτες ομάδες στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

Μια αλλαγή μοντέλου που ζήτησαν όχι μόνο οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και οι ιδιώτες επενδυτές, αναδεικνύοντας την ολοκληρωμένη εκπαίδευση των ανθρώπων σε κομβικό σημείο ώστε να εγκαταλειφθεί η άγνοια που γεννά αδιέξοδα και προτείνοντας να δοθεί έμφαση στο συμφέρον του καταναλωτή.

Γνώση και συμφέρον

Ας σταθούμε σε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία που αλιεύσαμε από αυτό το τεράστιο ερευνητικό εγχείρημα:

■ Η άρνηση εγκατάστασης ΑΠΕ στα νησιά για την εξασφάλιση της ενεργειακής τους αυτονομίας, πέρα από τις άλλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε μια μεσογειακή χώρα που αναμένεται να πληγεί ιδιαίτερα από την κλιματική αλλαγή, είναι και εντελώς ασύμφορη οικονομικά: προκειμένου να έχει το 9% του πληθυσμού που κατοικεί σε αυτά ίδια τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας με την υπόλοιπη Ελλάδα, όπως δικαιούται, ξοδεύονται 700 εκατομμύρια € ετησίως.

Γνωρίζει η τοπική κοινωνία ότι το 3% των ακαθάριστων εσόδων από τη λειτουργία εγκαταστάσεων ΑΠΕ αποδίδεται στην τοπική αυτοδιοίκηση ως ανταποδοτικό τέλος; Το έλλειμμα ενημέρωσης και από τους ΟΤΑ για τον τρόπο αξιοποίησης αυτού του ποσού έχει οδηγήσει σε σκέψεις να μεταφέρεται το ανταποδοτικό όφελος απευθείας στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

■ Υπάρχουν τα θετικά παραδείγματα, όπως λ.χ στην Κύπρο, όπου η ενεργειακή αναβάθμιση χρηματοδοτήθηκε από την εξοικονόμηση των χρημάτων λόγω της μείωσης της εισαγωγής ενέργειας. Κι εδώ προτείνεται η προσωποποίηση του οφέλους για την ανάληψη πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση της καθαρής ενέργειας με αποπληρωμή από τη διαφορά κόστους-καταναλισκόμενης ενέργειας.

■ Η πρόχειρη ανάπτυξη του παρελθόντος: τη δεκαετία του 1980, ένα ατύχημα λόγω κακού σχεδιασμού στο εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής με γεωθερμία στη Μήλο αφήνει έκτοτε ανεκμετάλλευτο το υψηλό γεωθερμικό δυναμικό σε Μήλο και Νίσυρο, που βρίσκονται στην προνομιακή θέση να έχουν μια ιδιαίτερη πλουτοπαραγωγική πηγή καθαρής ενέργειας.

Πετυχημένα και μη μοντέλα

Σημειώνεται ότι σχεδόν πλήρως ανεκμετάλλευτες παραμένουν οι δυνατότητες της γεωθερμίας, με πλήθος εφαρμογών σε εξοικονόμηση ενέργειας και κόστους, στην οποία οι έρευνες αποδίδουν τα καλύτερα παραδείγματα.

● Εδώ ας προσθέσουμε την απουσία των τοπικών κοινοτήτων από τον σχεδιασμό των προτεινόμενων μοντέλων για την ενέργεια, την πλήρη έλλειψη ενημέρωσης για τα υπέρ και τα κατά κάθε λύσης, αλλά και την προχειρότητα των σχεδιασμών στο παρελθόν, που είχε ως αποτέλεσμα αδειοδοτημένες επενδύσεις να προσβάλλονται στα δικαστήρια με τον κίνδυνο ματαίωσης.

● Πετυχημένο θεωρείται το μοντέλο με τους ηλιακούς θερμοσίφωνες, όπου τα οικονομικά κίνητρα έγιναν θεσμικά: η εγκατεστημένη ισχύς τους σήμερα είναι 3GW, υποκαθιστώντας ενέργεια τριών θερμοηλεκτρικών σταθμών μεγέθους Μεγαλόπολης (850 ΜW).

● Υπάρχουν εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με το κόστος των ΑΠΕ, όπως το τέλος που δημιουργεί την εντύπωση πως επιδοτούνται, ενώ συμβαίνει το αντίθετο, το κράτος επιδοτεί την παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα η οποία είναι ακριβότερη, ενώ υπάρχει και το τέλος των ρύπων που δημιουργούν κυρίως τα ορυκτά καύσιμα.

Η ενέργεια (θα έπρεπε να) είναι δημόσιο αγαθό

Περισσότεροι από 60 ερευνητές πολλών επιστημονικών πεδίων συνεργάστηκαν στην άνω των 500 σελίδων έρευνα με τίτλο «Ενέργεια και Τοπικές Κοινωνίες»: 31 οι συντελεστές της ομάδας έργου, 32 τα μέλη των ομάδων εστιασμένης συνέντευξης, ενώ συμμετείχαν 86 εκπρόσωποι τοπικών κοινωνιών στις ποιοτικές έρευνες και 1.138 άτομα στην ποσοτική έρευνα πεδίου που έγινε μεταξύ Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 2016 στις περιοχές Πτολεμαΐδα, Μεγαλόπολη, σύμπλεγμα Εύβοιας-Στερεάς Ελλάδας (Κάρυστος, Αλιβέρι, Θήβα), Λάδωνας, Κερατσίνι, Λαύριο.

Το έργο υλοποιήθηκε με χρηματοδότηση της Γ.Γ. Ερευνας και Τεχνολογίας.