Προσφυγιά και Αντίσταση. Διωγμός και εν ψυχρώ δολοφονίες. Ετοιμόρροπα προσφυγικά σπίτια και ένα παλιό ταπητουργείο με τρύπες στους τοίχους του από τις σφαίρες των κατακτητών Γερμανών.
Επώδυνες ιστορικές μνήμες, οι οποίες επιβάλλεται ωστόσο να κρατηθούν ζωντανές. Μέρη που ταυτίστηκαν με την Αντίσταση και την πάλη ενάντια στους κατακτητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γειτονιές που υποδέχτηκαν το ποτάμι των προσφύγων από τη Μικρασία. Πλατείες που γέμισαν παιδικές προσφυγικές φωνές και πολλά χρόνια αργότερα βάφτηκαν με αίμα αγωνιστών.
Μια ξενάγηση, ένας ιστορικός περίπατος στις γειτονιές της τότε Κοκκινιάς και μετέπειτα Νίκαιας, με πλούσιες εναλλαγές συναισθημάτων.
Λύπη για τις κακουχίες των προσφύγων που έφτασαν στην περιοχή το 1922, ικανοποίηση για όσα άντεξαν και όσα δημιούργησαν, οργή για τους ταγματασφαλίτες και τους Γερμανούς κατακτητές, οδύνη για το βράδυ της 17ης Αυγούστου 1944 και για τα όσα συνέβησαν στην πλατεία της Οσίας Ξένης, στο γνωστό Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Ηταν ο δεύτερος ιστορικός περίπατος που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Οκτωβρίου στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Προσφυγικές γειτονιές του Πειραιά – Από την ανάδυση στην ανάδειξη της ιστορικής μνήμης» του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της Περιφέρειας Αττικής. Ο πρώτος έγινε πρόσφατα στη Δραπετσώνα.
Θα ακολουθήσει τρίτος σε άλλες προσφυγικές γειτονιές του Πειραιά και τα συμπεράσματα θα ανακοινωθούν σε ειδική εκδήλωση τον Μάιο.
Προσφυγικός άτλαντας

Το πιλοτικό ερευνητικό πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται με 66.000 ευρώ από την Περιφέρεια Αττικής, έχει στόχο να μελετήσει το σύνολο των προσφυγικών συνοικισμών που αναπτύχθηκαν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά μετά το 1922.
Πώς προέκυψε η ιδέα για το πολύ ενδιαφέρον ερευνητικό αυτό πρόγραμμα;
«Η ιδέα γεννήθηκε από το λιμάνι του Πειραιά, από την πύλη Ε1, όταν στα τέλη του 2015 και το 2016 φιλοξενήθηκαν χιλιάδες πρόσφυγες που έφταναν από τα νησιά του Αιγαίου» μας εξηγεί ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Νίκος Μπελαβίλας, τονίζοντας ότι το αντικείμενο του προγράμματος επικεντρώνεται στην προσφυγική εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά κυρίως μετά το 1922, οπότε καταγράφεται και το μεγάλο προσφυγικό κύμα.
«Στόχος μας είναι να φτιάξουμε έναν ενιαίο χάρτη, έναν προσφυγικό άτλαντα του Πειραιά, κάτι που δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, και να διασωθεί η ιστορία της καθημερινότητας των προσφύγων».
Το ραντεβού για τον περίπατο είχε δοθεί για τις 10.30 το πρωί στο Κηποθέατρο της Νίκαιας. Ούτε οι ίδιοι οι διοργανωτές πίστευαν ότι θα υπάρξει τέτοια προσέλευση του κόσμου.
Ενα πολύχρωμο πλήθος πολιτών από όλες τις ηλικίες συγκεντρώθηκε και το καλωσόρισμα ήρθε από τη συντονίστρια του προγράμματος, ιστορικό Ελένη Κυραμαργιού.
Ο περίπατος στους δρόμους της Κοκκινιάς ξεκίνησε γύρω στις 11 το πρωί με ξεναγό την Εύη Προύσαλη, θεατρολόγο, κόρη του ηθοποιού Αθηνόδωρου Προύσαλη, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά το 1932 και μεγάλωσε ανάμεσα σε πρόσφυγες της Μ. Ασίας. Δεύτερος ξεναγός ο αρχιτέκτονας Νικήτας Αλιφέρης.
Πρώτη στάση: Βοσπόρου και Μενεμένης, η Νέα Κοκκινιά των προσφύγων, η εγκατάσταση και τα πρώτα σχέδια αποκατάστασης.
Δεύτερη στάση: Πέτρου Ράλλη και Γεροβάσιου Γρεβενών, στο κέντρο του προσφυγικού συνοικισμού, η καθημερινότητα των προσφύγων και οι διαφορετικοί τύποι εγκατάστασης.
Γίναμε πλουσιότεροι σε γνώσεις και συναισθήματα από αυτόν τον περίπατο, καθώς ο Νίκος Μπελαβίλας, η Ελένη Κυραμαργιού, η Εύη Προύσαλη και ο Νικήτας Αλιφέρης μάς περιέγραψαν και μας ενημέρωσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την ιστορία, τα γεγονότα, τη ζωή των προσφύγων της περιοχής.

Μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία από αυτά που μας μετέφεραν, περπατώντας στους δρόμους της σημερινής Νίκαιας:
Ερημος τόπος ήταν η Κοκκινιά όταν ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες. Χωρίς δρόμους, χωρίς νερό, χωρίς ρεύμα, χωρίς αποχετευτικό δίκτυο. 40.000 άνθρωποι που προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές της Ανατολής έφτασαν στο ίδιο μέρος, διαμορφώνοντας τη ναυαρχίδα του προσφυγικού μετά τη Θεσσαλονίκη.
Κυνηγημένοι από τα σπίτια και τις πατρίδες τους βρέθηκαν να ζουν σε παράγκες και να ελπίζουν για πολλά χρόνια ότι θα γυρίσουν πίσω. Κάποιοι πέθαναν με αυτήν την ελπίδα.
Το παλιό ταπητουργείο

Η διαδικασία της ένταξής τους στον ντόπιο πληθυσμό κράτησε πολλά χρόνια, όπως συμβαίνει κάθε φορά που μια κοινωνία μεταναστεύει σε κάποια άλλη.
Οι ντόπιοι αρνούνταν να τους δεχτούν, τους αντιμετώπιζαν σαν «ξένους», υπήρχαν εντάσεις, συγκρούσεις, αντιδράσεις που θυμίζουν τις σημερινές.
Η Επιτροπή Αποκατάστασης αρχικά τους έδωσε σπίτια 32 τ.μ. με δάνειο για επταμελή οικογένεια, τα οποία χτίστηκαν χωρίς καμιά υποδομή, ενώ χιλιάδες άλλοι που παρέμεναν άστεγοι έφτιαξαν από μόνοι τους αυτοσχέδια παραπήγματα, προχωρώντας σε αυθαίρετες καταπατήσεις ακόμα και αρχαιολογικών χώρων, δημιουργώντας μεγάλες παραγκουπόλεις.
Μέχρι το 1936 δεν είχαν νερό και μέχρι το 1946 ρεύμα. Ανοιγαν πηγάδια για να έχουν νερό. Δεν υπήρχαν μέσα μαζικής μεταφοράς και 20.000 εργατικό δυναμικό μετακινούνταν καθημερινά με τα πόδια σε λασπόδρομους, γεγονός που ασκούσε πίεση στην κρατική υπηρεσία για να φτιαχτούν συγκοινωνίες.

Στη δεκαετία του 1960, όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα μετεγκατάστασης, γεννήθηκε ένας καινούργιος διχασμός, μια δεύτερη περίοδος, με σημείο αιχμής και πάλι την καταγωγή για το ποιοι θα πάρουν ένα σπίτι.
Τρίτη στάση: Πλατεία Οσίας Ξένης, οι πρόσφυγες της Νέας Κοκκινιάς οργανώνονται στην Αντίσταση.
Τέταρτη στάση: Μάντρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς, στο παλιό ταπητουργείο της πόλης, στον τόπο που ταυτίστηκε με την Αντίσταση και τη θυσία των κατοίκων της Νίκαιας.
Από την προσφυγιά στην Αντίσταση. Τα χρόνια περνούν, οι πρόσφυγες επιβιώνουν και η προσφυγούπολη της Κοκκινιάς, λίγο πριν από την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, στις 17/8/1944 ζει το πιο αιματηρό μπλόκο που έγινε σε ελληνική συνοικία.
Το άλλοτε υφαντουργείο στην πλατεία της Οσίας Ξένης γεμίζει πτώματα ανδρών και τριών γυναικών από τα πολυβόλα των κατακτητών με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστές.
Λίγο νωρίτερα οι Ελληνες δωσίλογοι κουκουλοφόροι είχαν επιλέξει τους μελλοθάνατους από την πλατεία της Οσίας Ξένης όπου είχαν συγκεντρώσει οι Γερμανοί χιλιάδες άνδρες Κοκκινιώτες από 14 έως 60 χρόνων.
Η επίσκεψη στη Μάντρα και στο μνημείο που έχει φτιαχτεί σήμερα μόνο δάκρυα στα μάτια και οργή σού προκαλεί, κοιτάζοντας στους τοίχους του παλιού εργοστασίου τις τρύπες που έχουν απομείνει από τις σφαίρες του μεθυσμένου Γερμανού που εκτελούσε τους Ελληνες κρατώντας στο χέρι του ένα μπουκάλι ούζο, φωνάζοντας «κόμουνιστ καπούτ».
Η πέμπτη προγραμματισμένη στάση στο χαμάμ «Μικρά Ασία» δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μεγαλύτερης διάρκειας των υπολοίπων.
Ο αντιπεριφερειάρχης Πειραιά Γιώργος Γαβρίλης, που συμμετείχε στον περίπατο, δήλωσε στην «Εφ.Συν»:
«Το ενδιαφέρον των πολιτών και η αυξημένη συμμετοχή μάς δεσμεύουν μετά την ολοκλήρωση του ερευνητικού προγράμματος να συνεχίσουμε, αναζωογονώντας την ιστορική μνήμη από την προσφυγιά του ’22 στην Αντίσταση, να τη διαφυλάξουμε, να τη διασώσουμε και να την παραδώσουμε ζωντανή, επίκαιρη στις νέες γενιές. Σ’ αυτές τις γειτονιές που τέμνεται η Ιστορία και φτάνει στο σήμερα με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όλοι εμείς σηκώνουμε το βάρος και την ευθύνη να διασώσουμε τη συλλογική μνήμη και τη συνείδηση».
