Συγκεχυμένες, γενικόλογες και αντιφατικές είναι οι απαντήσεις του γερμανικού κράτους σχετικά με το πλαφόν μετακινήσεων που, όπως αποκάλυψε η «Εφ.Συν.» («Γερμανικό πλαφόν στην οικογενειακή επανένωση», 11 Μαΐου 2017), έχει επιβληθεί σε όσους πρόσφυγες έχουν ζητήσει άσυλο και έχουν γίνει δεκτοί στη Γερμανία μέσω της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης, ωστόσο το ταξίδι τους αναβάλλεται επ’ αόριστον, ύστερα από συμφωνία της Γερμανίας και της Ελλάδας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Εφ.Συν.», που διακινήθηκε μέσω του ευρωπαϊκού δικτύου 98 οργανώσεων ΕCRE, οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει να ταξιδεύουν κάθε μήνα από την Ελλάδα στη Γερμανία μόνο 70 άτομα, που έχουν γίνει δεκτά βάσει των σχετικών διατάξεων του κανονισμού του Δουβλίνου.
Από τη στιγμή που γίνονται δεκτές στη Γερμανία οι αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης, το ταξίδι πρέπει να πραγματοποιηθεί αυστηρά μέσα σε έξι μήνες, εκτός αν δεν εντοπιστούν οι δικαιούχοι ή αν βρίσκονται στη φυλακή, οπότε δίνεται παράταση.
Περίπου 2.400 αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης έχουν γίνει δεκτές το τελευταίο εξάμηνο στη Γερμανία, γεγονός που σημαίνει ότι με τον ρυθμό των 70 τον μήνα, οι τελευταίοι πρέπει να παραμείνουν στην Ελλάδα άλλα τρία χρόνια σε συνθήκες εφιαλτικής αβεβαιότητας.
Πράγματι, μόνο 70 δικαιούχοι ταξίδεψαν από την Ελλάδα στη Γερμανία τον Απρίλιο, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί ο αριθμός τον Μάιο. Τον Μάρτιο ταξίδεψαν στη Γερμανία 540 δικαιούχοι και τον Φεβρουάριο 370.
Μέχρι τον Μάρτιο, καλά…
Απαντώντας στην εφημερίδα μας, η γερμανική κυβέρνηση, μέσω της πρεσβείας στην Αθήνα, αναφέρει ότι η Γερμανία αποτελεί το κράτος με τον υψηλότερο αριθμό υποδοχής προσφύγων στην Ε.Ε. μέσω μετεγκατάστασης και ότι «συνεχίζει να εκπληρώνει τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο του κανονισμού του Δουβλίνου», αναφέροντας τον αριθμό των μετακινήσεων τον Μάρτιο.
Η ουσία της απάντησης βρίσκεται στη συνέχεια:
«Η Γερμανία ανήκει έως τώρα στα ελάχιστα κράτη-μέλη τα οποία δέχονται ναυλωμένες πτήσεις για τις προωθήσεις αυτές, σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου. Ως εκ τούτου, ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Εσωτερικών απευθύνθηκε στον Ελληνα ομόλογό του, ώστε να υπάρξει μία στενότερη συνεννόηση των εμπλεκομένων υπηρεσιών όσον αφορά την εφαρμογή των διαδικασιών οικογενειακής επανένωσης του Δουβλίνου, των διαδικασιών μετεγκατάστασης καθώς και για τον αριθμό των προωθούμενων ατόμων.
Θα πρέπει εδώ να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε αιτούντα άσυλο, καθώς και οι ευρισκόμενοι στη γερμανική επικράτεια συγγενείς του, δεδομένης της εν μέρει περιορισμένης δυνατότητας παροχής φροντίδας και στέγασης.
Στο πλαίσιο της συνεννόησης μεταξύ των επικεφαλής των υπηρεσιών, θα πραγματοποιούνται προωθήσεις, ακόμη και πέραν μιας πιθανής υπέρβασης προθεσμιών σύμφωνα με το άρθρο 29 του κανονισμού του Δουβλίνου» (υπογραμμίσεις της εφημερίδας).
Περί «τεχνικής δυσκολίας»
Παρότι είναι εξαιρετικά ασαφής η διατύπωση, η απάντηση δέχεται ότι υπήρξε συνεννόηση με το ελληνικό υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής για τη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης, ότι μπορεί να υπάρχει παράταση στην αυστηρή προθεσμία του εξάμηνου του κανονισμού του Δουβλίνου και ότι αυτή δικαιολογείται με βάση την περιορισμένη δυνατότητα της Γερμανίας για φροντίδα και στέγαση, χωρίς άλλες διευκρινίσεις.
Παραμένει αδιευκρίνιστο αν παρόμοια εξήγηση μπορεί να θεωρηθεί «τεχνική δυσκολία», σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποίησε ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας, όταν επιχείρησε να διαψεύσει το δημοσίευμά μας («Μια “διάψευση” χωρίς εξηγήσεις», 12 Μαΐου 2017).
Παρόμοια απάντηση έδωσε ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέ στο γερμανικό κόμμα της Αριστεράς, που κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή, κάνοντας την Ούλα Γέλκε, νούμερο δύο στην ιεραρχία του κόμματος, να μιλήσει για «αξιοθρήνητες δικαιολογίες» και να απαιτήσει να αρθεί ο περιορισμός.
Μια ασαφή και εξαιρετικά γενικόλογη διάψευση επιχείρησε το Σάββατο ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπ. Εσωτερικών, Γιοχάνες Ντίμροτ, απαντώντας σε ερώτηση της εφημερίδας «Ντόιτσε Βέλε» στο κυβερνητικό μπρίφινγκ σχετικά με το πλαφόν.
«Αυτό δεν ευσταθεί», είπε και σημείωσε ότι η Γερμανία τηρεί τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από τον κανονισμό του Δουβλίνου και από τη διαδικασία μετεγκατάστασης.
Η απάντηση αναπαρήχθη από αρκετές ελληνικές ιστοσελίδες, ωστόσο δεν διευκρινίζεται αν η διάψευση αφορά τον περιορισμό της έγκρισης των αιτήσεων οικογενειακής επανένωσης ή τη μετακίνηση όσων έχουν ήδη εγκριθεί. Δεν εξηγεί επίσης γιατί μόνο 70 ταξίδεψαν στη Γερμανία τον Απρίλιο.
Εκλογές και ξενοφοβία
«Πρόκειται για μέτρο ελεγχόμενης νομιμότητας και συνταγματικότητας και αποτελεί μεγάλο σκάνδαλο. Θα κάνει τους πρόσφυγες να εξοργιστούν και να απογοητευτούν ακόμη περισσότερο και μπορεί να οδηγήσει σε έξαρση της βίας ή των περιπτώσεων απόπειρας αυτοκτονίας.
»Η Γερμανία είναι μια από τις πλουσιότερες χώρες στην Ε.Ε. και στον κόσμο, ξοδεύουμε καθημερινά περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ για άμυνα. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχουμε τα μέσα να φιλοξενήσουμε γονείς και παιδιά που ζουν χωριστά και ευάλωτους ανθρώπους; Η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με το 2015, όταν δεν ήταν έτοιμοι οι δήμοι και οι κοινωνικές υπηρεσίες να δεχτούν πρόσφυγες.
»Πολλές προσφυγικές δομές είναι σήμερα άδειες ή μισογεμάτες, σε αντίθεση με τις δομές στην Ελλάδα που είναι υπερπλήρεις. Ισως η εξήγηση βρίσκεται στις εκλογές και στην ξενοφοβική ρητορική ορισμένων, που θέλουν να μειώσουν τον αριθμό των προσφύγων. Θα συζητήσουμε στο κόμμα τους τρόπους αντίδρασης, σίγουρα πρέπει να αναδείξουμε το ζήτημα στη δημόσια σφαίρα», σημειώνει στην «Εφ.Συν.» η βουλευτής της Αριστεράς Ανέτ Γκροτ.
Νομική αβεβαιότητα
«Πρόκειται για αυθαίρετο και παράνομο περιορισμό μιας από τις τελευταίες νόμιμες δυνατότητες ταξιδιού στη Γερμανία, με πιθανό αποτέλεσμα να στραφούν οι οικογένειες σε παράνομες διαδρομές. Ο περιορισμός οδηγεί όχι μόνο σε απάνθρωπες δυσκολίες αλλά και σε νομική αβεβαιότητα.
»Η Υπηρεσία Μετανάστευσης της Γερμανίας μπλέκει την πολιτική απόφαση διανομής προσφύγων από την Ελλάδα σε άλλα κράτη-μέλη με το δικαίωμα του ατόμου στην οικογενειακή επανένωση μέσω του κανονισμού του Δουβλίνου. Στη Γερμανία υπάρχουν άδειες δομές φιλοξενίας, ενώ στην Ελλάδα υπάρχουν καμπ απελπισίας και έλλειψη προοπτικής», σημειώνει η γερμανική οργάνωση Pro Asyl.
«Οι οικογένειες πρέπει να ζουν μαζί. Οταν τα παντρεμένα ζευγάρια και τα παιδιά τους εγκαταλείπουν τον πόλεμο και τις περιοχές κρίσης, ζουν συχνά μια τραυματική εμπειρία, γι’ αυτό και είναι ζωτικής σημασίας να επανενώνονται οι οικογένειες.
»Ο πιθανός σχεδιασμός της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης να περιορίσει τη μετανάστευση οικογενειών σημαίνει μια απαράδεκτη συνέχιση της απελπισίας, ανεπίτρεπτη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
»Η επιτυχής ένταξη όσων διώκονται μπορεί να συμβεί μόνο αν ενώνονται οι οικογένειες και αν δεν έχουν να ανησυχούν οι πρόσφυγες για την ασφάλεια των συγγενών τους», σημειώνει ο Ούλριχ Λίλι, επικεφαλής των Διακονικών Κοινωνικών Ιδρυμάτων της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας.
