Η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, με επιστολή της στην «Εφ.Συν.», παρεμβαίνει στο θέμα των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων και διευκρινίζει σχετικά με τις ενστάσεις των εκδοτών.
«Στο φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών» της 7.07.2016, 6 επώνυμοι εκδότες απαντούν σε ερωτήσεις του συνεργάτη σας Χρήστου Κάτσικα, αναδεικνύοντας ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις της παρέμβασης του ΥΠΠΕΘ στο Σύστημα Δωρεάν Διανομής Συγγραμμάτων για τις εκδοτικές επιχειρήσεις.
Θεωρούμε ότι ο αντίλογος του υπουργείου από τις στήλες της “Εφημερίδας των Συντακτών” θα συμβάλει στη σφαιρικότερη ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, των άμεσα ενδιαφερομένων φοιτητών και σπουδαστών.
Η παρέμβαση του ΥΠΠΕΘ δεν ήλθε ως κεραυνός εν αιθρία, όπως διατείνεται ο κ. Γ. Δαρδανός. Συζητείται από καιρό με τον ΣΕΕΒΙ, που είναι ο θεσμικός του συνομιλητής και συμμετέχει στην Επιτροπή Κοστολόγησης των συγγραμμάτων με εκπρόσωπό του.
Η δωρεάν διανομή πανεπιστημιακών συγγραμμάτων (ετήσιο κόστος 60.000.000 ευρώ – 745 εκδότες και 819 αυτοεκδότες – 42.000 συγγράμματα, με 16.000 ενεργούς τίτλους – 2.120.000 έντυπα βιβλία που διανέμονται σε 230.000 φοιτητές) είναι ένα «κεκτημένο» για την ελληνική κοινωνία το οποίο η κυβέρνηση της Αριστεράς διευρύνει.
«Προνομιακή σχέση»
Από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος και οι φοιτητές και σπουδαστές που βρίσκονται σε δεύτερο κύκλο προπτυχιακών σπουδών δικαιούνται δωρεάν συγγράμματα. Είναι ένα κεκτημένο το οποίο πιστώνεται και στις εκδοτικές επιχειρήσεις.
Βέβαια, ο αριθμός των εκδοτικών επιχειρήσεων από μόνος του, ακόμη και σ’ αυτή την ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία, δείχνει την ιδιαίτερα προνομιακή σχέση του κλάδου με το ελληνικό Δημόσιο (στοιχεία για τον τζίρο των εκδοτικών επιχειρήσεων στη διάθεση του κάθε ενδιαφερομένου).
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το «δωρεάν» έπεσε θύμα της κουλτούρας του «τζάμπα» και της απουσίας ελέγχου που αυτή συνεπάγεται.
Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν κραυγαλέες υπερκοστολογήσεις από ορισμένους.
Οι πρακτικές που αυτοί ακολουθούσαν (διχρωμία/τετραχρωμία, αχρείαστα παραρτήματα, αυτοεκδόσεις, γραμματοσειρές, σκληρό εξώφυλλο, επανεκδόσεις χωρίς επικαιροποίηση περιεχομένου κ.λπ.) ήταν σχεδόν αδύνατο να ελεγχθούν από το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο.
Δεν είχαν διατυπωθεί προδιαγραφές για την εκτύπωση των συγγραμμάτων και απουσίαζε ρητή νομοθετική πρόβλεψη για επιβολή διοικητικών προστίμων και ποινών.
Ολα αυτά αλλάζουν. Στόχος είναι η μείωση της συνολικής επιβάρυνσης για το ΥΠΠΕΘ, η διασφάλιση ποιοτικών συγγραμμάτων για τους φοιτητές και η στήριξη του εκδοτικού χώρου και των επιχειρήσεων.
Θεσμοθετείται πλέον ένας διαρκής μηχανισμός ελέγχου. Οι δυο Επιτροπές που προβλέπονται θα μπορούν πλέον να ελέγχουν από διαφορετική αφετηρία η καθεμία και να επιβάλλουν στους παραβάτες διοικητικές ποινές και πρόστιμα.
Οδηγούμαστε σε επανακοστολόγηση όλων των συγγραμμάτων με ενιαία κριτήρια. Διαμορφώνεται ένα ενιαίο για όλα τα ΑΕΙ ορθολογικό ευέλικτο πλαίσιο, ανοιχτό σε μελλοντικές παρεμβάσεις.
Εχει καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια ώστε οι παρεμβάσεις στην κατεύθυνση μείωσης του κόστους να στηρίζονται σε ακαδημαϊκές επιλογές: λ.χ., η επιβάρυνση 2% ανά έτος μετά από 16 εξάμηνα από την πρώτη ανάρτηση του συγγράμματος στον “ΕΥΔΟΞΟ” είναι απότοκος της ανάγκης ανανέωσης των συγγραμμάτων ώστε να ανταποκρίνονται στην εξέλιξη του κάθε επιστημονικού κλάδου.
Είναι ο αντίλογος στην απάντηση που έδωσε ο κ. Α. Παπαζήσης σε σχετική ερώτηση του συντάκτη της “Εφημερίδας των Συντακτών”.
Το επιχείρημά του για την αδυναμία “ανανέωσης” των κλασικών βιβλίων, λ.χ. των Ανταμ Σμιθ, Μαρξ, Νίτσε και Πλάτωνα, επομένως το άτοπο να επιβαρυνθούν λόγω παλαιότητας, είναι παραπλανητικό.
Τα παραδείγματα αυτά δεν αφορούν πανεπιστημιακά συγγράμματα τα οποία, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, οφείλουν να παρακολουθούν την εξέλιξη της επιστήμης, αλλά έργα που θα πρέπει να βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του κάθε ενδιαφερόμενου.
«Εξοικονόμηση χρημάτων»
Εργα που σε μεγάλη κλίμακα θα διανεμηθούν στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες από ένα μέρος της δαπάνης που θα εξοικονομήσει το υπουργείο από το νέο σύστημα κοστολόγησης.
Το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης που εξοικονομείται επιστρέφει στη διευρυμένη από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης της Αριστεράς ακαδημαϊκή κοινότητα. Ωφελημένες θα βγουν και οι εκδοτικές επιχειρήσεις.
Πρόκειται, μεσοπρόθεσμα, για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του εκδοτικού χώρου, για την αναγνώριση της συνεισφοράς του στη δημιουργία εθνικής βιβλιογραφίας και επιστημονικής ορολογίας.
Σ’ αυτή την προσπάθεια εγγράφεται η όχι ιδιαίτερα δημοφιλής απόφαση να αποκλείσουμε τους αυτοεκδότες από το να αναρτούν στον “ΕΥΔΟΞΟ” τα συγγράμματά τους μετά από το εαρινό εξάμηνο 2016/17:
Τα βιβλία αυτά “παράγονται” απουσία των επιβοηθητικών και υποστηρικτικών δομών μιας εκδοτικής επιχείρησης -των ανθρώπων του εκδοτικού χώρου- και του συνόλου των εργαζομένων που αυτή απασχολεί, σε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε σχέση με τις εκδοτικές επιχειρήσεις.
Επιμένουμε ότι το ΥΠΠΕΘ έχει τη βούληση να στηρίξει τις σοβαρές εκδοτικές επιχειρήσεις. Αυτό καταδεικνύει η θεσμική του επικοινωνία με τον ΣΕΕΒΙ, σε συνθήκες απόλυτου σεβασμού και αναγνώρισης του ρόλου του.
Ομως, από το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, ο προϋπολογισμός του ΥΠΠΕΘ για την Ανώτατη Εκπαίδευση είναι μειωμένος κατά 66.000.000. Με την εξοικονόμηση που προσπαθεί να επιτύχει στοχεύει στη διασφάλιση της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων και για τους φοιτητές δεύτερου κύκλου σπουδών.
Με την τακτοποίηση του άναρχου τοπίου, διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μελλοντικές παρεμβάσεις, λ.χ. με τη θέσπιση κάρτας φοιτητή που θα πιστώνεται, ανάλογα με το Τμήμα φοίτησης, ένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ανταλλαγής συγγραμμάτων που παρέχει ο “ΕΥΔΟΞΟΣ”, θα μπορεί να διαθέσει για την απόκτηση των βιβλίων που θα ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά του, όπως οφείλει να κάνει ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Είναι προς το μακρόχρονο συμφέρον των εκδοτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον χώρο των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων να συμβάλουν, όπως το έπραξε ο ΣΕΕΒΙ, ώστε να διατηρηθεί και, παρ’ όλες τις συνθήκες κρίσης, να διευρυνθεί το ελληνικό κεκτημένο της δωρεάν διανομής των συγγραμμάτων. Ταυτόχρονα, η εν λόγω παρέμβαση αναμένεται να έχει όφελος για τον προϋπολογισμό ετησίως της τάξης των 15 εκατ. ευρώ».
