Πελάτες ή μαθητές; Ο κ. Μητσοτάκης από το βήμα του 10ου συνεδρίου του κόμματός του ήταν σαφής για το πώς εννοεί τη δική του μεταρρύθμιση στον χώρο της Παιδείας:
«Μια Παιδεία βασισμένη στον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ πολλαπλών επιλογών με γνώμονα πάντα την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, σκεπτόμενοι πρώτα από όλα τους μαθητές, τους πραγματικούς πελάτες της Παιδείας».
Θα μπορούσε να πει κανείς το αρχαιοελληνικό: «ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων;», κύριε πρόεδρε της Ν.Δ.; (Ιλιάδα Δ’ 360. μτφρ: τι λόγος ξέφυγε από την οδοντοστοιχία σου;).

Πώς το είπε ο κ. Μητσοτάκης; Τι είναι οι μαθητές; Πελάτες, λέει. Οι μαθητές είναι οι πελάτες των σχολείων.
Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική φράση δυσφήμησης της εκπαίδευσης, όταν ο μαθητής μετατρέπεται σε καταναλωτή, σε πελάτη και όταν η μόρφωση υποβαθμίζεται σε αγοραία διαδικασία και εμπόρευμα.
Και αυτό δεν ειπώθηκε από τον κ. Μητσοτάκη εν τη ρύμη του λόγου του· σε συνέντευξη Τύπου ειπώθηκε, με το βάρος της εισηγητικής ομιλίας του στο 10ο συνέδριο της Ν.Δ.
Κάνουμε αυτή την επισήμανση γιατί αν γνωρίζει κανείς, στοιχειωδώς, τις απόψεις της Ν.Δ. και του προέδρου της για την εκπαίδευση, καταλαβαίνει αμέσως ότι όσα είπε ο τελευταίος «για τους μαθητές-πελάτες» κάθε άλλο παρά «ανορθογραφία» αποτελούν στο όραμά του για την Παιδεία.
Οταν σκεφτόμαστε τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, τους παγκόσμιους οικονομικούς οργανισμούς, την απελευθέρωση των διεθνών αγορών, η σκέψη μας συνήθως πηγαίνει σε προϊόντα, βιομηχανίες, τράπεζες, χρηματιστήρια. Kαι όμως, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και απειλητικές για τη δημόσια εκπαίδευση πλευρές αυτών των τάσεων είναι η απελευθέρωση της παγκόσμιας αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
H μοναδική σκέψη, λοιπόν, κατασκευασμένη πάνω στο έδαφος δισεκατομμυρίων δολαρίων, υποστηρίζει τη συνολική υπαγωγή της κοινωνίας στους νόμους της αγοράς.
Την ιδιωτικοποίηση όλων των τμημάτων της οικονομίας, ακόμα και των πλευρών του κοινωνικού αστικού κράτους, που θεωρήθηκαν κοινωνικά αγαθά, όπως η Υγεία, η Παιδεία και η Πρόνοια.
Ο χώρος της εκπαίδευσης αποτελεί ένα από τα βασικά αντικείμενα της GATS (Γενική Συμφωνία για το Eμπόριο και τις Yπηρεσίες στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Oργανισμού Eμπορίου – ΠOE).
Η συστηματική χρήση στα έγγραφά του εκφράσεων όπως «η αγορά της εκπαίδευσης» είναι ενδεικτική της εμπορικής προσέγγισης που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη λογική του ΠOE.
Στόχος συμφερόντων
H αποτύπωση της εκπαίδευσης ως «καταναλωτικού προϊόντος» και η αλλαγή χρήσης των εκπαιδευτικών λειτουργιών από δημόσιο αγαθό σε πελατειακό πεδίο, με τους χρήστες-πελάτες να βρίσκονται τυπικά στην πλευρά της επιλογής, φανερώνει ότι η δημόσια εκπαίδευση γίνεται όλο και περισσότερο στόχος επιθετικών και πανίσχυρων ιδιωτικών συμφερόντων.
Ιδιαίτερα στα χρόνια του Μνημονίου, οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τη δημόσια εκπαίδευση ως προβληματική δημόσια επιχείρηση που έπρεπε να «εξυγιανθεί», όπως άλλες δημόσιες επιχειρήσεις!
Οπως φαίνεται, ακολουθεί το πρότυπο «εξυγίανσης» της αγοράς τηλεπικοινωνιών, αερομεταφορών, ενέργειας, υγείας: προηγείται η απαξίωση του δημόσιου φορέα και η τεχνητή δημιουργία έτοιμης «πελατείας» για τους ιδιώτες που θα ενσκήψουν.
Επιδέξια και αθόρυβα, με τη βοήθεια του τακτοποιημένου λόγου μιας νέας (;) μεταρρυθμιστικής σταυροφορίας, όπου σκόπιμα έχει υποκατασταθεί η αναζήτηση των αιτιών από τη διαπίστωση των αποτελεσμάτων, όλος ο προβληματισμός μοιάζει με τη θεωρία του πεπρωμένου στη θρησκευτική σκέψη, όπου οι άνθρωποι αναφωνούν «είναι θέλημα θεού» για να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν μια ορισμένη εξέλιξη των πραγμάτων: η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης είναι η λύση!
Στο πλαίσιο αυτό οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μεταλλαχθούν σε κακοπληρωμένους τεχνικούς και οι μαθητές και οι γονείς τους σε πελάτες.
Κάτω από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού σχεδιάζεται και υλοποιείται μια εκπαιδευτική πολιτική σύμφωνα με την οποία το σχολείο λειτουργεί με τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης, μετατρέποντας ουσιαστικά τη γνώση σε εμπόρευμα.
Ολα μετριούνται. Η γνώση κατέχεται και ελέγχεται, αγοράζεται και πωλείται. Τα άτομα που κατέχουν γνώση ή θραύσματα γνώσης κατέχουν δύναμη.
Η γνώση έτσι μετατρέπεται σ’ ένα νόμισμα, σ’ ένα μέσο για τη συμμετοχή στο παιχνίδι του συστήματος.
Πρόκειται για μια «εκπαιδευτική ηθική» που μετράει ήδη χρόνια εκεί όπου ο νεοφιλελευθερισμός ηγεμονεύει χωρίς αντίπαλο.
Ή έχει ο μαθητής τις οικονομικές δυνατότητες να σπουδάσει ή δεν τις έχει, οπότε δεν χρειάζεται «να προχωρήσει στα γράμματα».
Στην πραγματικότητα, οι μη ευνοημένοι κοινωνικά μαθητές καλούνται να παίξουν τον ρόλο της… Iφιγένειας για να φυσήξει ούριος άνεμος στον κυρίαρχο στόχο για φτηνό, ανταγωνιστικό και αποδοτικό σχολείο στην αυγή του νέου αιώνα.
Ετσι, κάτω από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, σχεδιάζεται και υλοποιείται μια εκπαιδευτική πολιτική σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, που επιδιώκει να «βιομηχανοποιήσει» το σχολείο, προσδίδοντάς του τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης.
Οι επιδόσεις των υποκειμένων της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χρησιμοποιούνται ως μονάδες μέτρησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.
Πολλαπλές ταχύτητες
Η λογική αυτή οδηγεί στην εφαρμογή μοντέλων αξιολόγησης και ελέγχου με «πιστοποιητικά ποιότητας» σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανίας και του εμπορίου.
Χαρακτηριστική είναι η χρήση του διεθνούς εμποροβιομηχανικού προτύπου ISO 9000 ως πιστοποιητικού ποιότητας για την ικανοποίηση των μαθητών και των γονέων που αντιμετωπίζονται σαν «καταναλωτές», «πελάτες».
Στο όνομα του «αποτελεσματικού σχολείου» και του ανταγωνισμού με βάση τα κριτήρια της αγοράς, είναι ορατός ο κίνδυνος δημιουργίας σχολείων πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία γκρίζων μορφωτικών ζωνών στις ήδη γκρίζες κοινωνικές περιοχές.
Αλλωστε το τρίπτυχο: αποκεντρωμένη διαχείριση / χρηματοδότηση των σχολείων «με το κεφάλι» / γονική επιλογή σχολείου, στο οποίο βασίζεται το αγγλοσαξονικό μοντέλο, έχει πολλούς υπερασπιστές στις ηγετικές ομάδες των κυρίαρχων κομμάτων.
Aποτελεί τη βάση μιας νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής «αποκέντρωσης»· αποκέντρωσης η οποία, σε όποιες χώρες εφαρμόστηκε, επέτεινε τις εκπαιδευτικές ανισότητες και απορρύθμισε τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών, ενισχύοντας ταυτόχρονα τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους.
