Στη δημόσια συζήτηση για τα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας, η απαισιοδοξία και ο προβληματισμός πηγαίνουν αντάμα με την αποφασιστικότητα όσων επιχειρούν τις αναμορφώσεις. Η επιστημονική γνώση συγκρούεται με την εξιδανίκευση. Το διακύβευμα ήρθε στην επικαιρότητα σε δύο συμβάντα που καταγράφηκαν με διαφορά λίγων ημερών.
Οι δηλώσεις της αναπληρώτριας υπουργού Παιδείας, Σίας Αναγνωστοπούλου, ότι η Ιστορία στα σχολικά βιβλία «πρέπει να πάψει να μπαίνει σε καλούπια εθνόμετρου» ξεσήκωσαν τους γνωστούς κύκλους «εθναμυντόρων», που κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι κάποιοι επιχειρούν τον «αφελληνισμό της συνείδησης» των μαθητών.
Μερικά εικοσιτετράωρα νωρίτερα, σε εκδήλωση που έγινε στη Θεσσαλονίκη, τέσσερις ιστορικοί κατέληγαν στο απαισιόδοξο όσο και αποκαρδιωτικό συμπέρασμα ότι κάθε απόπειρα αναμόρφωσης των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας μοιάζει καταδικασμένη σε ήττα.
Ηταν η κατακλείδα της ενδιαφέρουσας συζήτησης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη «Τα αποσυρθέντα βιβλία – Εθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008» (εκδ. Αλεξάνδρεια) που μόλις κυκλοφόρησε.
Επιβάλλεται…
«Στην Ελλάδα, εθνική ιστορία θεωρείται ό,τι κάποιοι έχουν επιβάλει», είπε η κ. Αναγνωστοπούλου κι αυτό το «ό,τι» μπορεί χθες να θεωρούσε εχθρό «Τα ψηλά βουνά» του Ζ. Παπαντωνίου που τώρα παίζεται στο θέατρο, μπορεί να κήρυττε τον πόλεμο στον Κ. Παπαρρηγόπουλο πριν γίνει «εθνικός» ιστορικός κι έτσι συμπληρώνονται 150 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η μάχη κατά των «σκοτεινών κέντρων», που λήγει πάντα με την «κατατρόπωση του εχθρού».
Στη Θεσσαλονίκη πάντως καταγράφηκε και η αποφασιστικότητα να συνεχιστεί ο αγώνας με μια μορφή επιστημονικού «αντάρτικου» όσο και με μαχητική παρουσία στον δημόσιο λόγο.
Ο συγγραφέας μαζί με τους καθηγητές του ΑΠΘ Δημήτρη Μαυροσκούφη και Μαρία Ρεπούση, την ιστορικό Ελένη Πασχαλούδη και τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Δημήτρη Σταματόπουλο, αλλά και με τη συνηγορία του κοινού αναφέρθηκαν στις προσπάθειες αναμόρφωσης των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας, των επιθέσεων που δέχθηκαν και που ματαίωσαν την ένταξή τους στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, των διαφοροποιήσεων στην επίσημη αντίληψη περί έθνους και εθνικής ιστορίας από τα τέλη του 19ου αιώνα και σχολίασαν τρέχουσες υποθέσεις, καταρτίζοντας ένα εγχειρίδιο «επιβίωσης» των ίδιων ως ιστορικών κόντρα στις υπέρτερες δυνάμεις.
«Ελκυστική περιγραφή»

Πλεονέκτημα του βιβλίου, ανέφερε ο κ. Σταματόπουλος, είναι η «ελκυστική περιγραφή του τρόπου που διαμορφώθηκε η αντίληψη που έχουμε για την ιστορία στον δημόσιο λόγο και τον δημόσιο χώρο. Δεν κάνει μόνο ανασκόπηση των γεγονότων. Ανασυντάσσει τα επιχειρήματα των δρώντων συζητητών με προοπτική».
Στους λόγους που οδηγούν σε αποσύρσεις σχολικών εγχειριδίων αναφέρθηκε ο κ. Μαυροσκούφης, σημειώνοντας όμως και ότι «τα εμπειρικά δεδομένα εδώ και στο εξωτερικό δείχνουν χαμηλό ενδιαφέρον των μαθητών για την Ιστορία στο σχολείο» κι έτσι «ο ρόλος των βιβλίων στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και ταυτοτήτων αμφισβητείται σοβαρά ακόμη και από πρωτοπόρους αναμορφωτές».
Σημείωσε όμως ότι «όταν συμβαίνει να αμφισβητείται η “σιδερωμένη ιστορία” (Γ. Σκαρίμπας), έχουμε ενορχηστρωμένες αντιδράσεις από ομάδες ειδικών συμφερόντων που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Χριστιανικές οργανώσεις, κόμματα, ομάδες αξιωματικών […] εκφράζονται ως “ηθικός πανικός”, απειλή για τα εθνικά συμφέροντα, με απλουστεύσεις, ηθικολογίες, πολεμική και διχαστική λογική. Στο τέλος, ο πανικός ξεχνιέται, για να επανέλθει όταν η συγκυρία γίνει ευνοϊκή. Αλλά ανάλογη τακτική ακολουθούν και οι υπέρμαχοι της αλλαγής, που πέφτουν σε παγίδα διότι αλλαγές χωρίς τακτική και στρατηγική δεν γίνονται».
«Σε μια εποχή που όλοι εκπλήσσονται από την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, στο βιβλίο Ιστορίας της Γ’ Λυκείου η πολεμική προσπάθεια της χώρας από το 1940 μέχρι την Απελευθέρωση συμπυκνώνεται σε τέσσερις σελίδες», σημείωσε η κ. Πασχαλούδη, για να προσθέσει ότι η σχολική ιστορία είναι προσανατολισμένη ακόμη στην ανάδειξη του εθνικού μεγαλείου, δηλαδή των αρχαίων Ελλήνων…
»Αν η Ιστορία ερευνάται ακαδημαϊκά, «στο σχολείο το παρελθόν γίνεται αντικείμενο εξιδανίκευσης ή καταδίκης», η δε διδασκαλία «μετατρέπεται για μαθητές και εκπαιδευτικούς σε “ομολογία πίστεως” στο έθνος, τη σπουδαιότητα και τα συμφέροντά του».
Κατέληξε δε ότι είναι ευθύνη της ακαδημαϊκής κοινότητας να επιμείνει ότι η Ιστορία «είναι επιστήμη και όχι εργαλείο για την κατασκευή μιας φοβικής εθνικής ταυτότητας», ότι δηλαδή «οι εθνικές αφηγήσεις μπορούν να αναθεωρηθούν, ότι το αρχαίο κλέος είναι δυνατό να αμφισβητηθεί και όλα αυτά χωρίς να απειλείται η εθνική μας ακεραιότητα».
Το άλλο στρατόπεδο
«Μήπως είναι καιρός να αναζητήσουμε ευθύνες και στο δικό μας στρατόπεδο; Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών των αλλαγών, των επικαιροποιήσεων των εθνικών αφηγημάτων; Στα ναι μεν, αλλά; Στις αποστάσεις που κρατάμε όταν διακυβεύεται η ελευθερία γνώμης, όταν απειλείται η ιστορική έρευνα; Στη σιωπή μας…» αναρωτήθηκε η κ. Ρεπούση, σχολιάζοντας το ερώτημα αν η έκβαση αυτής της μάχης είναι πάντα προδιαγεγραμμένη, και τόνισε:
«Η υπόθεση της δικαστικής δίωξης του ιστορικού Ρίχτερ στη βάση του άρθρου 2 του υποτιθέμενου αντιρατσιστικού νόμου μάς δείχνει τον δρόμο. Η πρωτοβουλία των κινήσεων έχει περάσει στην άλλη πλευρά. Δεν δικαιούμαστε να ομιλούμε. Γιατί δεν αντιδράμε; Γιατί η Αριστερά, για παράδειγμα, δεν αποσύρει το επίμαχο άρθρο;».
Από τη μεριά του, τέλος, ο συγγραφέας Χάρης Αθανασιάδης, αφού έκανε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της συγγραφής του βιβλίου όσο και της αντίληψης που διαμορφώνεται σε κάθε χρονική στιγμή για την εθνικώς ορθή άποψη, σημείωσε ότι «το θέμα είναι να φέρουμε τον μαθητή σε αυτή την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν και είναι εξίσου αντιφατική με τη σημερινή σύνθετη πραγματικότητα. Και να του πούμε ότι, αν κατανοήσει εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κατανοήσει το σήμερα. Η αξία της Ιστορίας συνίσταται στην παροχή δομών σκέψης για την κατανόηση του παρόντος».
