ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Κάτσικας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βρισκόμαστε μόλις τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των πανελλαδικών εξετάσεων και η αγωνία για χιλιάδες οικογένειες ως προς την εισαγωγή των παιδιών τους συναγωνίζεται, ιδιαίτερα φέτος, άρρηκτα με άλλα, εξίσου «καυτά» άγχη. Με την ανησυχία μήπως το παιδί τους δεν καταφέρει να εισαχθεί σε σχολή του τόπου μόνιμης κατοικίας· ανησυχία που τροφοδοτείται από την αδυναμία να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές τους.

Χιλιάδες οικογένειες σε όλη τη χώρα ζουν μια σιωπηλή αγωνία που σιγά σιγά γίνεται βάρος. «Θα περάσει;» και αμέσως μετά: «Μπορούμε να τον/τη στηρίξουμε;». Για πολλούς υποψηφίους των πανελλαδικών εξετάσεων, η εισαγωγή σε ένα πανεπιστημιακό τμήμα δεν σημαίνει αυτόματα και τη δυνατότητα φοίτησης. Αν το τμήμα βρίσκεται μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας, το κόστος μετατρέπεται σε καθοριστικό παράγοντα. Και κάπου εκεί, ένα όνειρο αρχίζει να «ψαλιδίζεται».

Αβάσταχτα έξοδα

Η δημόσια συζήτηση για τις πανελλαδικές εστιάζει συνήθως στα μόρια, τις βάσεις και τις επιδόσεις. Σπάνια, όμως, αναδεικνύεται το τι συμβαίνει μετά. Η πραγματικότητα είναι σκληρή: ένα σημαντικό ποσοστό επιτυχόντων αναγκάζεται να μην επιλέξει ή να εγκαταλείψει τμήματα εκτός τόπου κατοικίας, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί δεν μπορεί.

Ενοίκια που σε πολλές φοιτητουπόλεις ξεπερνούν τα 400-600 ευρώ. Λογαριασμοί, μετακινήσεις, καθημερινά έξοδα που μετατίθενται στη δική τους «τσέπη» μαζί με το κόστος αναγκαίων για τις σπουδές τους αναλώσιμων, υλικού, εργαστηριακών εξοπλισμών, πολλών συγγραμμάτων και διαφόρων υπηρεσιών που ανεβάζουν ακόμα περισσότερο το κόστος σπουδών. Και την ίδια στιγμή, οικογένειες που προσπαθούν να ανταποκριθούν με εισοδήματα που συχνά δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά.

Θεωρητικά, το κράτος παρέχει μηχανισμούς στήριξης: φοιτητικές εστίες, επιδόματα στέγασης, σίτιση. Στην πράξη, όμως, η εικόνα είναι απογοητευτική. Οι διαθέσιμες θέσεις στις εστίες είναι ελάχιστες σε σχέση με τη ζήτηση. Οι προϋποθέσεις ένταξης είναι αυστηρές. Και τα επιδόματα, όταν δίνονται, καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος του πραγματικού κόστους.

Σιωπηλές επιλογές

Η ανυπαρξία επαρκών φοιτητικών εστιών είναι χρόνιο πρόβλημα στην Ελλάδα. Μόνο το 9% των φοιτητών φιλοξενείται σε εστίες, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας. Οι υπάρχουσες εστίες σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από παλαιότητα, προβλήματα υγιεινής και ελλιπείς υποδομές (π.χ. κοινά μπάνια, ελλείψεις σε θέρμανση, ασφάλεια κ.λπ.).

Υπάρχουν σχολές όπου δεν υπάρχει καθόλου εστία ή προσφέρονται λιγότερες από 100 κλίνες για χιλιάδες φοιτητές. Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής δεν διαθέτει καν δική του εστία, ενώ, αντίστοιχα, εστία δεν διαθέτουν τεράστια Πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο Πειραιά, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ετσι, για χιλιάδες φοιτητές, η «δωρεάν παιδεία» σταματά εκεί που αρχίζει το ενοίκιο.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, πολλοί υποψήφιοι προσαρμόζουν τις επιλογές τους ήδη από τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού. Αφήνουν εκτός σχολές που πραγματικά τους ενδιαφέρουν. Προτιμούν τμήματα κοντά στο σπίτι, ακόμη κι αν δεν ανταποκρίνονται στα όνειρά τους. Επιλέγουν με βάση το «τι αντέχουμε», όχι το «τι θέλουμε». Πρόκειται για μια σιωπηλή μορφή αυτοπεριορισμού που δεν αποτυπώνεται σε καμία στατιστική.

Και είναι ίσως από τις πιο άδικες καθώς ενισχύει, από έναν αθέατο δρόμο, το σύστημα των δύο ταχυτήτων: Από τη μία, οι φοιτητές που μπορούν να μετακινηθούν, να νοικιάσουν, να σπουδάσουν μακριά από το σπίτι τους. Από την άλλη, εκείνοι που εγκλωβίζονται γεωγραφικά και οικονομικά. Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμένει τυπικά ανοιχτή για όλους. Στην πράξη, όμως, δεν είναι ισότιμη.

Το αόρατο βάρος

Πέρα από τα οικονομικά, υπάρχει και μια λιγότερο ορατή διάσταση: το ψυχολογικό φορτίο. Οι μαθητές που «κόβουν» επιλογές λόγω κόστους συχνά νιώθουν ότι συμβιβάζονται. Οτι δεν αξιοποίησαν πλήρως τις δυνατότητές τους. Οτι η προσπάθειά τους δεν ανταμείφθηκε όπως θα έπρεπε. Και αυτό το αίσθημα τους ακολουθεί. Από την άλλη, οι οικογένειες βιώνουν ενοχές και πίεση. Θέλουν να στηρίξουν τα παιδιά τους, αλλά συχνά δεν μπορούν. Ετσι, η εκπαίδευση μετατρέπεται από ευκαιρία σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η ανισότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη. Δεν καταγράφεται στους πίνακες επιτυχόντων. Δεν αποτυπώνεται στα ποσοστά εισαγωγής. Δεν γίνεται πρωτοσέλιδο. Κι όμως, επηρεάζει καθοριστικά τη ζωή χιλιάδων νέων ανθρώπων. Η συζήτηση για την εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται στην πρόσβαση. Πρέπει να αφορά και τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των σπουδών. Γιατί «δωρεάν παιδεία» δεν είναι μόνο η μη καταβολή διδάκτρων. Είναι η εξασφάλιση ότι κάθε φοιτητής μπορεί να σπουδάσει χωρίς να εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του.