Σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επισκέφθηκε την Παρασκευή το υπουργείο Παιδείας. Μετά τη συνάντηση με την ηγεσία του υπουργείου και την ενημέρωση για την πορεία υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής, ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε αιχμηρός κατά των εκπαιδευτικών που απέχουν συστηματικά από την αξιολόγηση. «Η θέση μας εδώ είναι ξεκάθαρη και η κατεύθυνση που έχω δώσει στο υπουργείο πολύ σαφής: εάν κάποιος αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί, δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης» σημείωσε.
Κοντολογίς, ο πρωθυπουργός επανέφερε απειλές εναντίον των μαχόμενων εκπαιδευτικών, παραδεχόμενος εμμέσως πλην σαφώς την κυβερνητική αδυναμία να κάμψει την εκπαιδευτική κοινότητα. Η δήλωση προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις, καθώς ουσιαστικά ποινικοποιεί την άρνηση συμμετοχής σε μια διαδικασία που, όπως επισημαίνουν σωματεία και εκπαιδευτικοί σύλλογοι, έρχεται σε αντίθεση με τον δημόσιο και παιδαγωγικό χαρακτήρα του σχολείου.
Η σφοδρή αντίδραση αντανακλά το βαθύ ρήγμα μεταξύ της κυβέρνησης και της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η μάχη της αξιολόγησης έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη και πιο επίμονη αναμέτρηση των τελευταίων δεκαετιών στην ελληνική εκπαίδευση, με επίδικο όχι απλώς τις διαδικασίες αξιολόγησης, αλλά την ίδια τη φυσιογνωμία της δημόσιας παιδείας. Η κυβερνητική επιδίωξη για την εφαρμογή της αξιολόγησης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο: τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε εμπόρευμα και την κατηγοριοποίηση των σχολείων, κατά τα πρότυπα νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών μοντέλων. Στόχος είναι να αμφισβητηθεί η θεμελιώδης αντίληψη ότι η παιδεία αποτελεί κοινωνικό αγαθό και καθολικό δικαίωμα.
«Συζητήσαμε την πορεία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και νομίζω ότι εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ότι είναι μια καινούργια διαδικασία, η οποία ακόμα δεν έχει φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» παραδέχθηκε ο πρωθυπουργός.
Η φράση αυτή, έπειτα από τέσσερα χρόνια εφαρμογής του νόμου 4823/21, καταγράφεται ως σαφής παραδοχή ήττας της κυβερνητικής πολιτικής.
Σύμφωνα με επίσημες αναφορές της υπουργού Παιδείας, από τους/τις νεοδιόριστους/ες εκπαιδευτικούς των ετών 2020-2023, πάνω από το 40% έχει αρνηθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία αξιολόγησης.
Η συνολική εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική: το 85% του εκπαιδευτικού σώματος δεν έχει αξιολογηθεί, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής της διαδικασίας. Παρά τις απειλές, τις πειθαρχικές διώξεις και την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, όπως στην περίπτωση της Χαράς Χοτζόγλου, οι εκπαιδευτικοί δείχνουν αξιοσημείωτη επιμονή και συλλογικότητα, καθυστερώντας ή και αποτρέποντας την εφαρμογή πολιτικών που προωθούν την ιδιωτικοποίηση και την ταξική διάσπαση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Aγώνας με βάθος
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να εμφανίσει την αξιολόγηση ως «καινούργια διαδικασία», ωστόσο δεν απέκρυψε τον πραγματικό της στόχο: τη σύνδεση της αποδοτικότητας με την παραμονή στο δημόσιο σχολείο. Στην πράξη, η αξιολόγηση οδηγεί: σε γραφειοκρατικοποίηση του έργου των εκπαιδευτικών, στη συγκρότηση βάσεων δεδομένων για την κατάταξη σχολείων, σε κλίμα επιθεωρητισμού, ελέγχου και τελικά απολύσεων ή μετακινήσεων.
Οποιος έχει μάτια να δει και την τιμιότητα να πιστέψει στα μάτια του κατανοεί ότι η αξιολόγηση είναι ένας μηχανισμός κατηγοριοποίησης σχολείων και εκπαιδευτικών, για να προωθηθούν πολιτικές απορρύθμισης του δημόσιου σχολείου. Να παγιωθεί η υποχρηματοδότησή του, να εισαχθεί η λογική της ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας του, να μετακυλιστούν οι ευθύνες για την κατάσταση στην εκπαίδευση σε αυτούς που δεν τις έχουν, δηλαδή στους εκπαιδευτικούς, να διαρραγούν οι σχέσεις συναδελφικότητας και συνεργασίας μέσα στους συλλόγους διδασκόντων-ουσών και να εδραιωθεί μέσω του εκβιασμού ο ανταγωνισμός και η υποταγή σε κάθε τι!
Η πολυδιαφημισμένη αξιολόγηση στόχο έχει να «δείξει» τους εκπαιδευτικούς, για μια ακόμα φορά, ως μόνιμους υπεύθυνους για τα πραγματικά και διαχρονικά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αξιολόγηση θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο, έτσι ώστε στον κατάλληλο –για την κυβέρνηση– χρόνο να εξαπολύσουν νέα επίθεση, για να αλώσουν τα εργασιακά κεκτημένα των εκπαιδευτικών, να καθηλώσουν τους μισθούς, να προωθήσουν ακόμα περισσότερο τις ελαστικές μορφές εργασίας στην εκπαίδευση, να ανοίξουν τον δρόμο ακόμα και σε απολύσεις. Οι πρόσφατες κινήσεις του υπουργείου Παιδείας (Ωνάσεια σχολεία, voucher, διεθνές απολυτήριο) και η αύξηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης καταδεικνύουν ένα ευρύτερο σχέδιο: ιδιωτικοποίηση τμημάτων της δημόσιας εκπαίδευσης, μετατροπή της γνώσης σε εμπόρευμα, κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών ανάλογα με τις επιδόσεις.
Νέα γενιά
Η μαζική είσοδος νεότερων εκπαιδευτικών δημιουργεί ένα νέο δυναμικό που μπορεί να ανατρέψει το υπάρχον σκηνικό. Οι μάχες που δίνονται σήμερα σε κάθε Σύλλογο Διδασκόντων διαμορφώνουν τη συνείδηση αυτής της νέας γενιάς. Τα κεντρικά προτάγματα της νέας περιόδου είναι η υπεράσπιση της παιδαγωγικής ελευθερίας, η αντίσταση στον ατομισμό και την ιεραρχική λογική και η διεκδίκηση πραγματικής αναβάθμισης της δημόσιας παιδείας.
Η σημερινή αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς. Είναι μια κοινωνική και πολιτική μάχη για το δικαίωμα όλων των παιδιών στη μόρφωση. Το εκπαιδευτικό κίνημα δείχνει τον δρόμο: συλλογικότητα, αξιοπρέπεια, αντίσταση.
Οπως γράφουν οι εκπαιδευτικοί φορείς: «Δεν έχει θέση στο δημόσιο σχολείο η πολιτική της ιδιωτικοποίησης και της κατηγοριοποίησης. Η ζωντανή εκπαίδευση αντιστέκεται!».
