Κοινή εκτίμηση όλων των επιστημόνων είναι ότι θα υπάρξει διασπορά της νόσου Covid-19 στα σχολεία, όταν αυτά θα ανοίξουν τις πύλες τους για τη νέα χρονιά, δηλαδή την ερχόμενη Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου.
Η καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, Βάνα Παπαευαγγέλου, ήταν ξεκάθαρη πάνω στο θέμα αυτό, το απόγευμα της Πέμπτης, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης για την πορεία της πανδημίας του κορονοϊού. «Eίναι απολύτως αναμενόμενο και δεν θα πρέπει να θορυβήσει ούτε τους γονείς, ούτε τους εκπαιδευτικούς το γεγονός ότι θα καταγραφεί αύξηση, και την περιμένουμε, των κρουσμάτων στα παιδιά σχολικής ηλικίας τις επόμενες βδομάδες», δήλωσε χαρακτηριστικά η καθηγήτρια, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες.
Πρόσθεσε επίσης πως το άνοιγμα των σχολείων «συνεπάγεται αύξηση της κινητικότητας, τόσο των παιδιών όσο και των γονιών τους και συνεπώς και αύξηση της διασποράς του ιού στην κοινότητα γενικότερα».
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας, Ανδρέας Κωνσταντόπουλος, εκτίμησε ότι δύσκολα θα παραμείνουν ανοιχτά τα σχολεία μετά τον Δεκέμβριο. «Εκείνο το οποίο φοβάμαι είναι, ότι επειδή τα παιδιά δεν έχουν εμβολιαστεί και ούτε προλαβαίνουν να εμβολιαστούν επαρκώς μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία σε μερικές μέρες, δεν θα καταφέρουμε να κρατήσουμε τα σχολεία ανοιχτά και μετά τον Δεκέμβριο», σημείωσε μεταξύ άλλων.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής Πνευμονολογίας, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, επισήμανε ότι οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες, καθώς αναμένεται επιδείνωση της επιδημιολογικής κατάστασης από το άνοιγμα σχολείων και πανεπιστημίων. «Δεν θα υπάρξει ασφάλεια, αυτή είναι η δική μου πρόβλεψη. Θα αρχίσει σιγά – σιγά να επιδεινώνεται η επιδημιολογική κατάσταση της χώρας» σημείωσε και υπενθύμισε ότι πέρυσι τον Οκτώβριο το άνοιγμα των σχολείων έφερε, έναν μήνα μετά, το δεύτερο κύμα της πανδημίας.
Τεστ, εμβόλια και μάσκες
Πώς θα αντιμετωπιστεί, όμως, η αναμενόμενη αύξηση κρουσμάτων στα σχολεία; Η κυβέρνηση, η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και αρκετοί ειδικοί τονίζουν την αξία του εμβολιασμού.
«Ο εμβολιασμός των εφήβων μας είναι ένα ισχυρό όπλο που θα συμβάλλει σημαντικά στην ομαλή λειτουργία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», δήλωσε σχετικά η κ. Παπαευαγγέλου, προβάλλοντας παράλληλα τη σημασία των διαγνωστικών ελέγχων, ακόμα και των –όχι πάντα τόσο αξιόπιστων– self tests: «Η εμπειρία της συστηματικής χρήσης των αυτοδιαγνωστικών ελέγχων, των self-test, στη σχολική κοινότητα την προηγούμενη άνοιξη μας έδειξε πως η έγκαιρη διάγνωση ασυμπτωματικών ή προσυμπτωματικών παιδιών και η άμεση απομάκρυνσή τους από το σχολικό περιβάλλον συμβάλει σημαντικά στη μείωση της διασποράς του ιού τόσο στο σχολείο όσο και στην κοινότητα γενικότερα».
Υπενθύμισε επίσης πως «το τμήμα δεν θα κλείνει λόγω θετικού κρούσματος. Αντίθετα επιλέξαμε τη θέσπιση εξαντλητικού ελέγχου των συμμαθητών του κρούσματος με έναν συνδυασμό rapid test που θα διενεργούνται στις δομές υγείας αλλά και αυτοδιαγνωστικών ελέγχων που θα διενεργούνται στο σπίτι, με στόχο την έγκαιρη διάγνωση τυχόν άλλων κρουσμάτων και απομάκρυνσή τους από το σχολικό περιβάλλον». Όπως υποστήριξε, «με αυτό τον τρόπο θα ελέγξουμε τη διασπορά του ιού στο σχολικό περιβάλλον».
Η καθηγήτρια Επιδημιολογίας Αθηνά Λινού επισήμανε ότι από τη στιγμή που δεν είναι όλα τα παιδιά εμβολιασμένα ενδέχεται να υπάρξουν συρροές κρουσμάτων, και ζήτησε να τηρούνται αυστηρά τα μέτρα όπως η χρήση μάσκας και οι αποστάσεις. «Αν ήταν όλα τα παιδιά εμβολιασμένα, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα νοσήσουν ή θα νοσήσουν ήπια. Επειδή όμως υπάρχουν πολλά παιδιά ανεμβολίαστα, όπως και μέλη στην οικογένειά τους, θα πρέπει να τηρηθούν μέτρα, όπως χρήση μάσκας και τήρηση αποστάσεων. Είναι πολύ σημαντικό ότι τα εμβόλια θα κάνουν οι παιδίατροι, γιατί εκείνοι έχουν τον τρόπο να επικοινωνήσουν με τα παιδιά και τους γονείς. Οι γονείς εμπιστεύονται πιο πολύ τον γιατρό τους, παρά κάποιον ανώνυμο υγειονομικό» σημείωσε.
Τι δεν έχει γίνει
Ωστόσο, για ακόμα μια φορά δεν έχουν ληφθεί αναγκαία μέτρα –όπως π.χ. η μείωση του αριθμού των μαθητών στις τάξεις–, γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις από κόμματα της αντιπολίτευσης, εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, γονείς αλλά και ειδικούς.
Ενδεικτικά αναφέρεται η κοινή δήλωση των τομεαρχών Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (Νίκου Φίλη και Μερόπης Τζούφη) που αφού σημειώνουν πως μόνο το 5,1% των μαθητών έχει εμβολιαστεί, υπενθυμίζουν πως το Υπουργείο Παιδείας δεν έπραξε απολύτως τίποτα ώστε να επιτευχθεί η αραίωση του μαθητικού πληθυσμού και τονίζουν πως δεν υπάρχουν άλλα ουσιαστικά μέτρα υγειονομικής προστασίας: «ούτε αξιόπιστος μηχανισμός ιχνηλάτησης ούτε επιπρόσθετο προσωπικό καθαριότητας…».
Τέλος, με δήλωσή του ο εκπρόσωπος Τύπου του ΜέΡΑ25 Μιχάλης Κριθαρίδης κάλεσε ουσιαστικά την κυβέρνηση να στήσει «ένα κέντρο για δωρεάν rapid test όχι μόνο σε κάθε πανεπιστήμιο, αλλά και σε κάθε σχολείο, σε κάθε γειτονιά, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν τόσο οι μαθητές και οι μαθήτριες, όσο και οι φοιτητές και οι φοιτήτριες με ασφάλεια σε ανοιχτά σχολεία και πανεπιστήμια που δεν θα κλείσουν την επόμενη μέρα, αλλά ακόμα και οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες στις δουλειές τους, χωρίς να βγουν σε αναστολή εργασίας λίγες μόλις μέρες αργότερα».
