Εκρυθμη είναι πλέον η κατάσταση στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Προχθές, διεκόπη η συνεδρίαση της Διοικούσας Επιτροπής, μέσα σ’ ένα εκρηκτικό κλίμα όπου οι μεν κοσμήτορες επιδίωξαν, εν ολίγοις, την παραίτηση του προέδρου ζητώντας να οριστεί «πρόσωπο εμπιστοσύνης» στις επαφές με το υπουργείο, ενώ ο ίδιος τούς κατηγόρησε για παράβαση καθήκοντος.
Ολα αυτά λίγες ημέρες πριν ν’ ανακοινωθεί το σχέδιο συγχώνευσης του ΕΑΠ με το ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας το οποίο, όπως φαίνεται και από τις τελευταίες δηλώσεις του υπουργού Παιδείας, μάλλον δεν θα επιφυλάσσει το πακέτο των αρχικών ανατροπών, ειδικά σε ό,τι αφορά το καθεστώς απασχόλησης των μελών ΔΕΠ (Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό) αλλά και γενικότερα το κομμάτι εκείνο που θα αναφέρεται στη λειτουργία του Ανοικτού Πανεπιστημίου.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε σε εφημερίδα της Πάτρας, ο Κ. Γαβρόγλου ξεκαθάρισε πως στο νέο ίδρυμα «θα ενταχθεί η δομή του ΕΑΠ ως έχει», ενώ τα μέλη ΔΕΠ του «θα μείνουν σε αυτή τη δομή. Δεν θα πάνε πουθενά αλλού. Θα συνεχίσουν να κάνουν την ίδια δουλειά».
Επισήμανε επιπλέον την ανάγκη επίτευξης «ευρύτερων δυνατών συναινέσεων».
Πρόκειται καταφανώς για μια προσπάθεια συμβιβαστικής προσέγγισης ενόψει της κρίσιμης διαβούλευσης. Ωστόσο, οι αντιδράσεις δεν φαίνεται να κοπάζουν. Οφείλονται στη δυσπιστία απέναντι στις πρωτοβουλίες εν γένει στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, λένε κύκλοι των αντιδρώντων.
Είναι όμως και σταθερή η θέση, συμπληρώνουν, ότι «η προοπτική συγχώνευσης του ΕΑΠ με άλλο συμβατικό ίδρυμα δεν υπηρετεί κανέναν στόχο αναβάθμισης του Πανεπιστημίου, αλλά εντάσσεται σε μία πρόχειρη ολοκλήρωση του σχεδίου αναδιάταξης της ανώτατης εκπαίδευσης και ειδικά της τεχνολογικής». Δεν θέλει να ξεβολευτεί κανείς από το καθεστώς απασχόλησης στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το οποίο κάθε πανεπιστημιακός θα ζήλευε, ανταπαντούν οι επικριτές των διαφωνούντων.
Το ίδιο αντιφατικές είναι οι απόψεις και για την ακαδημαϊκή διάσταση του ζητήματος. Οι κοσμήτορες των Σχολών του ΕΑΠ έχουν κατηγορηματικά υποστηρίξει ότι «Κανένα Ανοικτό Πανεπιστήμιο στην Ευρώπη δεν έχει “κλώνο” συμβατικής εκπαίδευσης. Πουθενά στον κόσμο η ανοικτή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν στρέφεται στη συμβατική. Αντιθέτως, η συμβατική εκπαίδευση στρέφεται προς την εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Κανένα Ανοικτό Πανεπιστήμιο στον κόσμο δεν αναπτύχθηκε με την εκ των υστέρων προσφορά συμβατικής εκπαίδευσης. Είναι προφανές λοιπόν ότι τίθεται θέμα επιστημονικής αλήθειας και τεκμηρίωσης καθώς το δρομολογούμενο σχέδιο στερείται αιτιολογικών εμπεριστατωμένων μελετών, αρχών και κριτηρίων, αλλά αντίθετα στηρίζεται σε περιστασιακές ανάγκες και προσωπικές συνεννοήσεις».
«Ζήτημα νομιμότητας»
Πριν από λίγες ημέρες, μάλιστα, ζήτησαν από τον υπουργό Παιδείας να μη γίνει «ο ολετήρας του μοναδικού ιδρύματος που επί 20 χρόνια προσφέρει υψηλής ποιότητας προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές μέσω της ανοικτής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης καθώς και διά βίου μάθηση», θέτοντας παράλληλα ζήτημα θεσμικής νομιμότητας, παραπέμποντας στην απουσία εσωτερικής διαβούλευσης και έγκρισης θεσμικού οργάνου του Ιδρύματος.
Την ίδια στιγμή, ο αντίλογος υποδεικνύει διεθνείς πρωτοβουλίες από μεγάλα ιδρύματα τα οποία πλέον περιλαμβάνουν σπουδές συμβατικές, εξ αποστάσεως αλλά και «ανοιχτές».
«Δεν έχει σημασία πώς ξεκίνησαν οι παρεχόμενες σπουδές, αλλά ο ανταγωνισμός, που γίνεται όλο και πιο σκληρός για τα Ανοιχτά Πανεπιστήμια καθώς οι σπουδές εξ αποστάσεως πλέον έχουν γίνει πολύ δημοφιλείς» επισημαίνεται από ανθρώπους που γνωρίζουν καλά τη διεθνή εμπειρία, παραπέμποντας σε γνωστά παραδείγματα (Σορβόνη, Μάντσεστερ, Εδιμβούργο αλλά και πολύ πιο κοντά, στην Κύπρο).
Μια τρίτη διάσταση στο ελληνικό ζήτημα είναι η αναγκαιότητα ή όχι της συγχώνευσης του Ανοιχτού με ένα συμβατικό ανώτατο ίδρυμα.
Καμία αναγκαιότητα δεν υπάρχει, πρόκειται για υποβάθμιση, είναι η απόλυτη θέση των κοσμητόρων και μελών ΔΕΠ του ΕΑΠ που αντιδρούν. Η άποψη του προέδρου της Δ.Ε. Βασίλη Καρδάση αλλά και της επιτροπής που ανέλαβε το εγχείρημα αντιπαρατάσσει την προοπτική ενίσχυσης σε δομές, διοίκηση, προσωπικό (που μετρά 43 μέλη ΔΕΠ) σ’ ένα μέλλον πολύ ανταγωνιστικό.
«Συνιστά αδιανόητη άποψη το να εκφέρεται ότι η συγχώνευση με Τμήματα του ΑΤΕΙ δεν θα ενισχύσει υπάρχουσες ακαδημαϊκές δομές του ΕΑΠ. Αλλωστε τα νέα επιπλέον Τμήματα που θα δημιουργηθούν θα προσδώσουν συνολικά τη φυσιογνωμία ενός σύγχρονου και καινοτομικού ως προς τα επιστημονικά αντικείμενα δημοσίου ΑΕΙ» δηλώνει ο πρόεδρος του ΕΑΠ.
Σε τηλεφωνική μας επικοινωνία τονίζει: «Σήμερα ο ακαδημαϊκός χάρτης στην Ευρώπη και στην Ελλάδα βρίσκεται σε φάση σταθερής και διαρκούς προσαρμογής στα νέα δεδομένα της τεχνολογίας. Το ΕΑΠ δεν μπορεί να μείνει θεατής των εξελίξεων. Για να γίνει αυτό πράξη οφείλει να οικοδομηθεί μία νέα συνθήκη η οποία σε σύντομο χρόνο θα εξασφαλίσει αυτονομία στο ίδρυμα διά της εκλογής πρυτανικών αρχών και θα προσδώσει νέα δυναμική στη διοικητική οργάνωση του πανεπιστημίου. Η πρωτοβουλία λοιπόν συντείνει στην ακαδημαϊκή αναβάθμιση του ιδρύματος. Οι αντιδράσεις που υπάρχουν είναι φυσιολογικές και αναμενόμενες και δικαιολογούνται από την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης. Ωστόσο η νομοθετική κατοχύρωση των παραπάνω αποτελεί πρώτη μέριμνα της Διοίκησης του ΕΑΠ».
Επιπλέον, θίγει και ένα καίριο ζήτημα, των επαγγελματικών δικαιωμάτων: «Σε αυτό το νέο ΕΑΠ θα πρέπει να βρεθούν οι καλύτερες δυνατές λύσεις για χρόνιες και δίκαιες εκκρεμότητες που σχετίζονται με τις επαγγελματικές προοπτικές και τα δικαιώματα των αποφοίτων, όσο και ένα πιο αποτελεσματικό πλαίσιο συνεργασίας όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά και στην έρευνα με μέλη ΣΕΠ».
Τα διακυβεύματα
Η συγχώνευση του ΕΑΠ με ένα συμβατικό ανώτατο ίδρυμα είναι από τις τελευταίες πρωτοβουλίες του υπουργείου στο πλαίσιο της αναδιάταξης του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης. Προκάλεσε ίσως τον μεγαλύτερο θόρυβο. Πόσο σημαντικότερα όμως είναι τα διακυβεύματα στην εν λόγω συνέργεια;
Λαμβάνοντας υπόψη βασικά κριτήρια όπως: α) προσωπικό και καθεστώς απασχόλησης, β) ακαδημαϊκή αναβάθμιση, γ) σκοπιμότητα, διαπιστώνονται τα εξής:
◾ Ως προς το προσωπικό. Αν ισχύσει η ομογενοποίηση, τότε αλλάζει άρδην το καθεστώς απασχόλησης των μελών ΔΕΠ του ΕΑΠ. Στο παρόν πλαίσιο, τα 43 μέλη ΔΕΠ συνεδριάζουν μια φορά τον μήνα στην έδρα του ιδρύματος (Πάτρα), έχουν την ευθύνη διδασκαλίας και επικοινωνίας με έναν αριθμό φοιτητών, ασχολούνται με τα προγράμματα σπουδών, συνεργάζονται με τους συμβασιούχους διδάσκοντες (2.500 μέλη ΣΕΠ ήτοι Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό που εργάζεται για να εξυπηρετήσει 40.000 φοιτητές) και ασκούν όσα άλλα ορίζονται από το μοντέλο λειτουργίας του ΕΑΠ.
Ομως, σε αντίθεση με τα μέλη ΔΕΠ των συμβατικών Πανεπιστημίων, σε οποιαδήποτε επιτροπή (αναβάθμιση προγραμμάτων σπουδών κ.ά.) συμμετάσχουν αμείβονται, ενώ έχουν τη δυνατότητα (και την αξιοποιούν) να εργάζονται σε όσα άλλα ιδρύματα παροχής εξ αποστάσεως σπουδών. Στην Κύπρο λειτουργούν κάμποσα. Ολα αυτά θα καταργούνταν αν το καθεστώς εργασίας άλλαζε. Και αυτό διαφαινόταν στην αρχή. Οχι πια.
◾ Ακαδημαϊκή αναβάθμιση. Πέραν των απόψεων και των επιχειρημάτων, είναι κάτι που μόνον η πράξη και οι προϋποθέσεις υλοποίησης μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να καταστρατηγήσουν. Αναμένονται οι σχετικές ανακοινώσεις.
◾ Σκοπιμότητα. Πάλι, η πραγματικότητα είναι αυτή που θα κρίνει την αναγκαιότητα, ωστόσο η διεθνής εμπειρία είναι ένας οδηγός. Μια μικρή έρευνα δείχνει αρκετά Πανεπιστήμια με τις δυο αυτές όψεις. Τα περισσότερα βέβαια ξεκίνησαν ως συμβατικά. Ωστόσο, επειδή το τεχνολογικό μοντέλο των Ανοιχτών έχει ήδη υπερκαλυφθεί, όλο και περισσότερα διευρύνουν το μοντέλο λειτουργίας τους. Από τη Σορβόνη και τη Γλασκόβη μέχρι την Ιαπωνία (βλ. πίνακα).
Ιδρύματα που προσφέρουν ανοιχτή, εξ αποστάσεως και/ή συμβατική εκπαίδευση
- Anadolu University
- The University of Manchester
- University of Endiburg
- University of Nottingham
- University of Leicester
- University of Glascow
- University of Aberdeen
- University of Birmingham
- University of Nicosia
- University of Copenhagen
- Maastricht University
- Sorbonne University
- University of Toulouse
- University of Tour
- The Open University of Japan
